Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Η Ιαπωνία των αναμνήσεών μου

Της Ρέας Βιτάλη

Oι περισσότερες παιδικές φωτογραφίες μου έχουν και έναν Ιάπωνα στο φόντο. Λόγω της επαγγελματικής συνεργασίας του πατέρα μου και μετά τον θάνατό του, της μητέρας μου, με εταιρεία αυτοκινήτων από το 1961. Τους θυμάμαι με τις φωτογραφικές τους μηχανές. Να παίρνουν στάσεις για ασπρόμαυρες φωτογραφίες με background το Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, το Λευκό Πύργο στη Θεσσαλονίκη, τη θάλασσα στα Καμένα Βούρλα, το Σούνιο. Σε ταβέρνες με κρασί Δεμέστιχα επάνω στο τραπέζι και τη Δούκισσα με υπερμέγεθες μικρόφωνο στα μπουζούκια… Και εκείνοι σαν στρατιωτάκια, ακούνητα, αγέλαστα. Ούτε χαμόγελο, ούτε τίποτα. Ακόμα και τα χέρια σε στάση προσοχής. Έρχονται συχνά στο μυαλό. Περιέργως όχι σαν μονάδες… (Παρόλο που ονόματα όπως Άμπε, Σεκίνε, Ιμάι καταχωρούνται δίπλα σε θείους και θείες) αλλά σαν νοοτροπία, σαν παράδειγμα άλλοτε για μίμηση άλλοτε για αποφυγή, σαν τρόπος εργασίας, σαν εντιμότητα, σαν σχολείο. Ναι σαν σχολείο. Γι΄ αυτό και δεν υπάρχει χρονολογική σειρά καταχώρησης στη μνήμη. Υπάρχουν μνήμες. Πολύτιμες. Και έτσι ανάκατες θα τις καταγράψω σήμερα.


Οι μνήμες ξεκινάνε από τη δεκαετία του 60 και καταλήγουν τη δεκαετία του 80. Θυμάμαι μια χώρα σοκαριστικά οργανωμένη και καθαρή. Η καθαριότητα έπαιζε ανέκαθεν τεράστιο ρόλο για τους Ιάπωνες. Τους ταξιτζήδες με κατάλευκα γάντια και τα καθίσματα με κατάλευκα καλύμματα. Θυμάμαι την ακρίβεια των ιαπωνικών τρένων και την ταχύτητά τους. Ο τρόπος που μετράνε το χρόνο οι Ιάπωνες διαφέρει απόλυτα από τον τρόπο που τον μετράμε οι Έλληνες. Μου φαίνονταν τόσο παράξενο στην αρχή το «Θα σας περιμένουμε στο lobby σε 12 λεπτά για να σας συνοδεύσουμε στα γραφεία» μετά από ταξίδι άπειρων ωρών… Άκου δώδεκα λεπτά! Ποιος Έλληνας καταδέχτηκε ποτέ ν΄ασχοληθεί με το 12, το 13, το 14; Κι όμως…Έκτοτε με κατατρέχει η ακρίβεια!

Θυμάμαι επισκέψεις σε γραφεία και εργοστάσια. Η εμπειρία! Απεργίες με μαύρα περιβραχιόνια ενώ συνέχιζαν ωστόσο να εργάζονται… Αλλά και εργοδοσία που λάμβανε σοβαρότατα υπόψη τα περιβραχιόνια. Καθώς και κουτιά σε διάφορα σημεία των εργοστασίων για να ρίχνουν οι εργάτες αιτήματα. Περιέργως τα περισσότερα απ΄αυτά αφορούσαν ιδέες και μεθόδους που θα βοηθούσαν την αύξηση της παραγωγής. Θυμάμαι τον σεβασμό στην ιεραρχία. Τις υποκλίσεις. Την αναγγελία άφιξης του ανώτερου στο χώρο…Πω, πω τι γίνονταν μέχρι να μπει στο χώρο ο ανώτερος! Κατώτεροι υπάλληλοι σε πέρναγαν κανονικά από casting. Ακόμα και ενδυμασίας. Σωστά δεμένης γραβάτας για τους άνδρες. Πήγαινες με ένα σωρό εμπορικά ζητήματα να ζητούν επιτακτικά λύση, ως αγχωμένος και ανυπόμονος Έλλην κι ωστόσο σε έβαζαν στο δικό τους ρυθμό, τρόπο και φιλοσοφία. Ποτέ «ένας» δεν παίρνει την απόφαση. Ποτέ «ένας» δεν θα σου δώσει αμέσως απάντηση και ούτε κατά διάνοια προσωπική άποψη. Με σεβασμό στην ιεραρχία ακόμα και για την πιο ανώδυνη απόφαση εκμηδενίζουν την πιθανότητα λάθους.

Όλα είχαν ένα συγκεκριμένο στόχο. Πάντα «ο στόχος»! Με την άφιξή σου στη χώρα και στους χώρους εργασίας έπαιρνες μέρος σε μια τελετή που σκοπό είχε να εμπεδώσεις πόσο τυχερός είσαι που αντιπροσωπεύεις προϊόν αυτής της χώρας. Έφευγες μπολιασμένος με λυσσαλέα διάθεση να δουλέψεις για το καλό της Εταιρείας. Το ατομικό συμφέρον έρχονταν σε δεύτερη μάλλον τρίτη…Μη σου πω τέταρτη μοίρα. Θυμάμαι συνεργασία με μπέσα και καθόλου πισωγυρίσματα. Ο λόγος είναι νόμος!

Θυμάμαι τη θέση της γυναίκας. Υποταγμένη, αθόρυβη, σχεδόν αθέατη. Ακόμα και οι γυναίκες των μπαρ. Φωνή ετοιμόγεννης γατούλας, νιαουρίσματα, γέλια με μικρό στόμα και ματάκια σχιστά να επεξεργάζονται με δέος δασύτριχους Έλληνες…Χαρά σ΄όποιον είχε μούσι! Και τους άνδρες, τους Ιάπωνες να τρελαίνονται για καραόκε και να έχουν την εικόνα μαθητή στο πρώτο του πάρτι. Ντίρλα! Ωστόσο ήταν η μέγιστη απρέπεια ν΄αναφερθείς την επόμενη μέρα στην προηγούμενη νύχτα. Ούτε ένα απλό, αθώο «ωραία ήταν χθες»…Α πα πα! Η δουλειά είναι δουλειά. Οι μνήμες της νύχτας τελειώνουν τη νύχτα.

Θυμάμαι κήπους συγκλονιστικούς. Σημεία για περπάτημα αλλά και στοχασμό. Ανθισμένες κερασιές… Η ωραιότερη εποχή να επισκεφτεί κανείς την Ιαπωνία. Καταστήματα με αντίκες στο πανέμορφο Κιότο. Κιμονό θεϊκά! Και μη γελάτε… Θυμάμαι τουαλέτες. Το άγχος μου, όταν τους ταξιδεύαμε στη χώρα μας και την απόλυτη αμηχανία μου για την κατάσταση των δικών μας αποχωρητηρίων (ανά την επικράτεια) αλλά και το θαυμασμό μου για την κατάσταση των δικών τους. Ο πολιτισμός του WC ανέκαθεν καθρέπτιζε τον πολιτισμό μιας χώρας περισσότερο από τα μουσεία της.

Θυμάμαι ταξίδια άπειρων ωρών…Μέσω Αλάσκας! Ο εναέριος χώρος της Ρωσίας ήταν κλειστός…Χρόνια πριν! Θυμάμαι την απελπισία μου μπροστά σε πιάτα με γιαπωνέζικο φαγητό…Που να 'ξερα τι σούσι θα κατανάλωνα στο μέλλον! Θυμάμαι μια αισθητική φινέτσα σε όλα. Στους τρόπους, στους ήχους, στις κινήσεις, στην τέχνη. Λεπτεπίλεπτα όλα και ασύλληπτα διακριτικοί οι άνθρωποι. Θυμάμαι μια σημαία πάνω στο φέρετρο του πατέρα μου και έναν Ιάπωνα να κλαίει μόνος στο νεκροταφείο… Κι ας μην αναπτύξαμε ποτέ ιδιαίτερες προσωπικές σχέσεις. Οι αποστάσεις είναι επιβεβλημένες. Οι οικειότητες σχεδόν απαγορευτικές. Οι άνθρωποι εκπαιδεύονται να τιθασεύουν τα συναισθήματά τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι στερούνται συναισθημάτων. Τον θυμάμαι να κλαίει. Για φαντάσου! Η ζωή του επιχειρηματία κάποτε κούμπωνε με το προϊόν που αντιπροσώπευε.

Θυμάμαι τις αντιδράσεις των γονιών μου όταν έβλεπαν παλιό μοντέλο αυτοκινήτου. Σαν παλιό γνώριμο, το αντιμετώπιζαν… Μόνο που δεν φίλαγαν τη λαμαρίνα. Θυμάμαι…. Θυμάμαι…Θυμάμαι έναν υπουργό που αποφάσισε εν μια νυχτί να σταματήσει τις εισαγωγές από την Ιαπωνία και να αναγκάσει τους αντιπροσώπους να υποχρεώσουν αντίστοιχα τη χώρα εξαγωγής να εισάγει ελληνικά προϊόντα. Η συμφωνία «έκλεισε» για εξαγωγή ντομάτας. Οι ντομάτες μας ταξίδεψαν αλλά ήταν σάπιες… «Και τι έγινε!» αναρωτήθηκε ο υπουργός. Θυμάμαι… Θυμάμαι… Άτεχνες κινήσεις του ποδαριού σχεδόν μόνιμα εγκληματικές ελληνικών κυβερνήσεων…Νόμους που επέβαλαν να γίνουν εργοστάσια συναρμολόγησης καρότσας στην Ελλάδα και εργοστάσια που εγκαινιάζονταν σε εργοστασιακές περιοχές (αραχνιάζουν όλες πλέον!) αλλά μετά τα εγκαίνια και τις φωτογραφίες και τα πανηγύρια άλλαζαν τον νόμο ώστε να θεωρείται η επένδυση ασύμφορη…(Κάποτε χρωστάω να γράψω ένα βιβλίο για τον έλληνα επιχειρηματία)…

Ας τ' αφήσουμε όμως αυτά. Η Ιαπωνία πενθεί. Ένα τεράστιο κύμα κατασπάραξε κομμάτι της. Κι είναι τόσο ανατριχιαστική η εικόνα που μοιάζει ψεύτικη. Σχεδόν εικαστική. Καθώς λείπουν ανθρώπινες μορφές…Όσο πιο πολιτισμένη η χώρα, τόσο ο φακός δρασκελάει τα πρόσωπα των ανθρώπων… Τόσο ο φακός ζουμάρει σε άψυχα. Κακόμοιρε Ιαπωνικέ λαέ ακόμα και στο θάνατο στερείσαι την ατομικότητα σου. Η Ιαπωνία είμαι σίγουρη ότι παράλληλα με το πένθος της αρχίζει ήδη να οργανώνει την επόμενη μέρα…Κι αν νιώθω ευλογημένη για τις σχέσεις που ανέπτυξα με τη χώρα αυτή και μάλιστα εξ απαλών ονύχων είναι που στη ζωή μου έμαθα να συμπορεύεται ο Ζορμπάς, που τραβάει μια ζεϊμπεκιά στα συντρίμμια, με την νοοτροπία των Ιαπώνων που οργανώνουν αυτόματα την ανοικοδόμηση των «συντριμμιών»…Μακάρι αυτό το μάθημα να μετέδωσα και στα παιδιά μου…

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Ο Μ. Μπρεχτ είναι πάντα επίκαιρος


Μια φορά καθώς ο στοχαστής κύριος Κόυνερ έβγαζε λόγο σε μια κατάμεστη αίθουσα και καταφερόταν κατά της βίας πρόσεξε ξαφνικά πως ο κόσμος άρχισε να τραβιέται και να φεύγει.
Γύρισε τότε κι είδε να στέκει πίσω του η Βία αυτοπροσώπως. Τι τους έλεγες;» τον ρώτησε η Βία.
«Τους μιλούσα υπέρ της Βίας» απάντησε ο κύριος Κόυνερ.

Αφού έφυγε η Βία οι μαθητές του ρώτησαν τον κ. Κόυνερ γιατί υποχώρησε. Ο κύριος Κόυνερ απάντησε: «Για να μπορέσω να πάω παρακάτω. Εξάλλου πρέπει να ζήσω περισσότερο από τη Βία»

Και ο κύριος Κόυνερ τους διηγήθηκε μια ιστορία: Στο σπίτι του κυρίου Έγκε, που ήξερε να λέει όχι, μπήκε μια μέρα στα χρόνια της παρανομίας, ένας πράκτορας, και του έδειξε ένα χαρτί.
Το χαρτί στο όνομα εκείνων που κυβερνούσαν την πόλη όριζε πως, ο πράκτορας θα έχει στην δικαιοδοσία του κάθε σπίτι στο οποίο θα πατούσε το πόδι του, σε κάθε είδους τροφή που θα ζητούσε
και θα είχε υπηρέτη του όποιον έβρισκε μπροστά του. Ο πράκτορας πήρε καρέκλα, κάθισε, του ζήτησε φαί, πλύθηκε, ξάπλωσε, γύρισε με το πρόσωπο στον τοίχο και πριν κοιμηθεί ρώτησε: «θα γίνεις υπηρέτης μου;»

Ο κύριος Έγκε τον σκέπασε με μια κουβέρτα, έδιωξε τις μύγες, κι άγρυπνος του στάθηκε στο προσκέφαλο εφτά ολόκληρα χρόνια. Τον υπάκουγε όπως την πρώτη εκείνη μέρα κι έκανε για τον πράκτορα τα πάντα, εκτός από ένα: δεν του είπε ποτέ ούτε μια λέξη.

Κι ο πράκτορας πάχαινε απ’ το πολύ φαί, και που όλο κοιμόταν και μόνο διάταζε. Πάνω στα εφτά χρόνια πέθανε. Τον τύλιξε τότε ο κύριος Έγκε στα ξέφτια της κουβέρτας σέρνοντας τον έβγαλε από το σπίτι, έπλυνε το στρώμα, έβαψε τους τοίχους, αναστέναξε με ανακούφιση και απάντησε:

«Όχι».