Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η καθημερινότητά μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η καθημερινότητά μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Ο ουρανός βρέχει αρκούδες


του Κώστα Γιαννακίδη
Forward. Το mail γίνεται μία αλυσίδα χωρίς αρχή και τέλος. Στη μέση είστε πάντα εσείς που το διαβάζετε. Δεν είναι ένα, είναι πολλά. Και όλα καταγγέλλουν κάτι. Διαβάζω για σαραντάχρονη υφυπουργό που θα πάρει, λέει, τη βουλευτική της σύνταξη από τώρα. Ασφαλώς και είναι ψευδές. Μπορεί οι δύο θητείες να θεμελιώνουν δικαίωμα βουλευτικής σύνταξης, πλην όμως η δικαιούχος θα την εισπράξει στα 65. Εκτός των άλλων, εγώ θα θύμωνα για την παρουσία της στη Βουλή και στην κυβέρνηση, όχι για τη συνταξιοδότησή της. Όμως χιλιάδες άνθρωποι μπορεί και να έριξαν μία βλοσυρή ματιά στην οθόνη, πριν προωθήσουν στους φίλους τους ένα μήνυμα με ψευδές περιεχόμενο.

Μετά έρχεται εκείνο για το περιβάλλον που εμφανίζεται περιοδικά εδώ και τρία χρόνια. Επικαλείται μία ανύπαρκτη απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την προστασία του περιβάλλοντος. Υποτίθεται ότι η απόφαση δεν υιοθετήθηκε μόνο από την Ελλάδα επειδή οι κυβερνήσεις και τα media ορέγονται το περιβάλλον της πατρίδας μας. Δεν αμφιβάλλω για τις προθέσεις τους, αλλά αυτή η απόφαση δεν έχει εκδοθεί ποτέ.

Εσχάτως κυκλοφορεί και ένα mail το οποίο ζητεί μάρτυρες για την εκδίκαση μήνυσης που κατατέθηκε εναντίον της κυβέρνησης και των βουλευτών που ψήφισαν το μνημόνιο. «Θέλει αρετή και τόλμη» σχολιάζει ο ανώνυμος αποστολέας για την πρωτοβουλία ενός γιατρού να μηνύσει τους πάντες, ενώ ο λειτουργός της Δικαιοσύνης διενεργεί ανάκριση. Βλακείες! Και δεν είναι μόνο το τερατώδες με τον Κίσιγνκερ που, υποτίθεται, δίνει οδηγίες για την καταστροφή του ελληνικού λαού. Είναι πολλά. Ηλίθια, ή αφελή ψεύδη που ανακυκλώνονται μέσα σε μία αλυσίδα χωρίς τέλος. Θυμώνουμε. Αυτό δεν είναι κακό. Αλλά συχνά θυμώνουμε για το λάθος λόγο. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι η χώρα βρίσκεται σε κρίση βάσει σιωνιστικού σχεδίου με κύριο στόχο την υφαρπαγή των πετρελαίων. Και, όπως ξέρουν οι πάντες, ο ελληνισμός διαθέτει τόσο πετρέλαιο, ώστε ο Μέσι θα πάρει υπηκοότητα και τη θέση του Καραγκούνη στην εθνική.

Θα μου πείτε ότι σε αυτόν τον τόπο τα πιο τερατώδη ψέματα εκφωνούνται με το μεγαλύτερο δυνατό κύρος. Eτε πρόκειται για ομιλία από το βήμα της Βουλής, είτε για δελτίο ειδήσεων, η αλήθεια έχει τσαλακωθεί σαν χαρτί που πετιέται στο καλάθι. Θα συμφωνήσω και θα σας πω ότι από το να υπάρχει ανάμεσα μας σιωπή, προτιμώ τη βουή και ας φέρνει και ψέματα. Όμως πια είναι σαν να προσπαθείς να τακτοποιήσεις μία ντουλάπα με ανακατεμένα ρούχα. Ψέματα, υπερβολές και ανούσιες υστερίες εμφανίζονται από παντού και γίνονται κρίκοι της αλυσίδας που περνάμε ο ένας στον άλλον. Πριν την κρίση έπαιρνες κουτσομπολιά για ανείπωτες gay σχέσεις και παράνομα ζευγάρια της show biz. Τώρα παίρνεις καταγγελίες για τα κοιτάσματα ουρανίου που η κυβέρνηση κρύβει από τον ελληνικό λαό. Και όλα εμφανίζονται απλοποιημένα, διχαστικά, άσπρα ή μαύρα, με καλούς ή κακούς, πατριώτες ή προδότες, κλέφτες και έντιμους. Είναι ωραίο που συζητάμε. Το πρόβλημα αρχίζει όταν δεν καταλαβαίνουμε τι ακριβώς λέμε, όταν ο ένας μεταδίδει στον άλλον τον ιό της ηλιθιότητας.

* Ο τίτλος προέρχεται από ένα τραγούδι που έγραψαν οι Τερμίτες και ερμήνευσε ο Γ. Νταλάρας. Αξίζει να ακούσετε με προσοχή τους στίχους του Νίκου Μαρματάκη.



Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Έλεος, όχι άλλοι μάγειροι!

του Δημήτρη Καμπουράκη

Εμένα μ’ αρέσει το φαγητό. Φαίνεται εξ’ άλλου, χοντρός είμαι. Αλλά αυτό που συμβαίνει το τελευταίο διάστημα στην τηλεόραση ξεπερνά και τους χοντρούς και τους τετράπαχους και τους τόφαλους. Όλοι μαγειρεύουν. Παντού κατσαρόλες, τηγάνια, τετζερέδια, μπλάστες και εκατό λογιών κουταλοπήρουνα. Όπου γυρίσω το μάτι μου βλέπω πλεξούδες από σκόρδα, σακιά από πατάτες, λεκάνες με ζυμάρια, σπαλομπριζόλες και γαριδοκαραβίδες. Τι στο καλό έπαθαν όλοι τους και σκύψανε με τόση ευλάβεια πάνω στα πολυμίξερ και τις γκαζιέρες; Πότε έγινε της μόδας να είσαι μάγερας και δεν το κατάλαβα; Από παντού ξεπροβάλλουν στρατιές μελλοντικών βασιλιάδων της κουζίνας έτοιμοι να σφάξουν ο ένας τον άλλον σαν αρνί του Πάσχα μπροστά στους πεινασμένους τηλεθεατές. Κρατάνε στα χέρια τους μακριά μαχαίρια και γυαλιστερές κουτάλες και καταγίνονται με κάτι αλλόκοτα υλικά που πρώτη φορά τ’ ακούω. Σαν το φινόκιο. Τι είναι ρε παιδιά αυτό το φινόκιο; Ό,τι φαγητό κι αν φτιάξουν, φινόκιο τού ρίχνουν.


Συγνώμη αλλά από πότε τα γεμάτα σάλτσες χέρια, οι καταλαδωμένες ποδιές και η τηγανίλα της κουζίνας έγιναν τόσο in; Μη με παρεξηγήσετε, έντιμη, συμπαθέστατη και χρησιμότατη δουλειά είναι, απλώς αναρωτιέμαι πως ξαφνικά εκτοξεύτηκε στον γαλαξία της πιο top γκλαμουριάς της ελληνικής κοινωνίας. Ποιος διεστραμμένος μετέτρεψε τις γραβιέρες, τα σέσκουλα, τα άνιθα, τις πέρκες, τους μπακαλιάρους και τις σηκωταριές στο απόλυτο Greek Dream; Τι παράκρουση είναι αυτή πάλι; Από πού ξεφύτρωσαν όλες αυτές οι ξύστες, τα χαβάνια, τα σουρωτήρια, τα χτυπητήρια και τα μπακιρικά που μπήκαν στη ζωή μας; Τι μανία τους έπιασε άντρες-γυναίκες και θέλουν σώνει και καλά να γίνουν ταβερνιάρηδες; Κάτι σωματαράδες μουσάτοι, κάτι ντιρέκια ως εκεί πάνω, αντί να καβαλήσουν μια 900κοσάρα μηχανή και να βγουν για γκόμενες, ζώνονται τις καρό ποδιές και σουφρώνουν τα χειλάκια τους σαν τη θειά μου τη Φιφίκα όταν δοκιμάζει τους μπουμπουριστούς χοχλιούς της. Και μη χειρότερα. Πού ξανακούστηκε να στέκονται δώδεκα νοματαίοι πάνω από ένα μίξερ και να κουβεντιάζουν με τις ώρες πόσο αραιή πρέπει να ‘ναι η μαρέγκα; Και αφού αποφουρνίσουν, να τρώγονται μεταξύ τους σαν τις Κατίνες διότι δεν ψήστηκε καλά η ζύμη της τάρτας, δεν έδεσε καλά η μπεσαμέλ και δεν ήταν αρκετά τραγανό το φινόκιο. Και τι στο διάολο είναι αυτό το φινόκιο τέλος πάντων; Ψάρι, τυρί ή αγριόχορτο;

Μπορεί κάποιος να μου πει τι σημαίνει «έντιμο αλλά άχρωμο πιάτο»; Δηλαδή, για να ψήσει κάποιος μια ρημαδιασμένη μερίδα φαγητό, πρέπει να έχει σπουδάσει στη σχολή καλών τεχνών του Μετσοβίου και για να τη σερβίρει πρέπει να έχει διδακτορικό διακόσμησης εσωτερικού χώρου από τη Φλωρεντία; Γιατί ένα μπιφτέκι με πατάτες και λίγη σαλάτα, θα πρέπει να είναι σαν μεσαιωνικό φρούριο; Γιατί η μουστάρδα στην άκρη πρέπει να ζωγραφίζει τη Μόνα Λίζα; Και γιατί οι αστακοί πρέπει να στέκονται όρθιοι στην πιατέλα και να σπρώχνονται με τις κεραίες τους σαν το άγαλμα της Πλατείας Κλαυθμώνος; Με ποια λογική, μόλις ξαπλώσει ο αστακός πάνω στα μακαρόνια, ο μάγειρος βγαίνει άχρηστος και βάζει τα κλάματα; Άσε αυτά τα κλάματα. Μα καλά, δεν ντρέπονται λιγάκι; Κοτζάμ μαντράχαλοι και μεγάλες γυναίκες, να μιξοκλαίνε όλοι μαζί σαν νήπια επειδή φοβούνται μήπως τους διώξουν από την κουζίνα; Μέχρι προχθές, ο άντρας δεν έμπαινε στην κουζίνα ακόμα κι αν του ‘βαζες πιστόλι στην πλάτη, ενώ η γυναίκα έκανε αμάν να βγει από κει μέσα και να κάτσει πέντε λεπτά στο σαλόνι. Τώρα τι τους έπιασε όλους και αλυσοδένονται στους πάγκους της σαν τους ακτιβιστές της Greene Peace, μήπως και τους αφαιρέσουν το δικαίωμα να χτυπάνε αυγολέμονα και να πλάθουν κουλουράκια; Κάνουν από πάνω και εθνικοπατριωτικές δηλώσεις του τύπου: «Θα δώσω και την τελευταία ρανίδα του αίματος μου για να παραμείνω».

Πού να παραμείνεις ρε μεγάλε; Φόρεσες έναν χρυσό κρίκο στ’ αυτί σαν πειρατής τού Καβαδία, έδεσες μαύρο μαντήλι στο ξυρισμένο κεφάλι σου, έβγαλες δυο στιγματισμένα μαύρα μπράτσα που αρρώστιες τα ‘χουνε τσακίσει τροπικές, μόνο και μόνο για να σερβίρεις κρεμ μπρουλέ; Και σε πιάνουν τα υπαρξιακά σου επειδή δε μπόρεσες να ψιλοκόψεις το κρεμμύδι σε πέντε κινήσεις; Ου να χαθείς ρε, που τρώς γεμάτος αγωνία τα νύχια σου, όσο ο τύπος της επιτροπής δοκιμάζει «το πιάτο σου». Τόση περηφάνια πια γι’ αυτό το «πιάτο σου» δεν έδειχνε ούτε ο μπάρμπας μου ο Στεφανής όταν μιλούσε για το παράσημο του στην Αλβανία. Είπαμε, αλλάζουν οι εποχές αλλά είστε σίγουροι ότι αποτελεί πρόοδο να τραγουδάμε «μην βροντοχτυπάς τις χάντρες, η φουφού κάνει τους άντρες»;

Αμ αυτές οι επιτροπές με τους σεφ; Τι στυλάκι είναι πάλι τούτο που πλασάρουν; Ο καθένας χωριστά μπορεί να είναι συμπαθέστατος, αλλά όλοι μαζί είναι ανυπόφοροι. Κι αν το στυλ δεν είναι δική τους επιλογή αλλά του τηλεοπτικού concept, τότε το concept είναι για σφαλιάρες. Εντάξει, ξέρω ότι οι καιροί του αντικομφορμισμού έχουν παρέλθει και ότι ξαναγυρίσαμε στην κοινωνία της ιεραρχίας, αλλά υπάρχουν και όρια βρε αδερφέ. Τι είναι αυτό το στήσιμο δηλαδή; Όρθιοι, ακίνητοι, ανέκφραστοι, να περιμένουν τον μελλοθάνατο που τους πλησιάζει κάτωχρος με την ψητή κολοχτύπα του ανά χείρας. Χαλαρώστε λίγο, μάγειρο κρίνετε, όχι κανέναν αρχιπεζοναύτη που θα στείλετε σε αποστολή αυτοκτονίας στα μετόπισθεν του εχθρού. Κι εσύ ρε συφοριασμένε διαγωνιζόμενε, γιατί τρέμεις έτσι μπροστά τους; Σεφ είναι, όχι επιτροπή των Ες-Ες στο Άουσβιτς. Τον πουρέ που έφτιαξες θα βαθμολογήσουν, δε σε πάνε για εκτέλεση. Γιατί κλείνεις γεμάτος απελπισία τα μάτια σου, όταν ο ανακριτής πλαταγιάζει τη γλώσσα του διαπιστώνοντας με υποδόρια απέχθεια ότι κάποιοι κόκκοι ζάχαρης δεν έχουν διαλυθεί και κάνουν «κρίτσι-κρίτσι»; Σιγά πια, ζάχαρη είναι κρίτσι-κρίτσι θα κάνει. Αλλά τι στο διάολο ζητά η ζάχαρη στον πουρέ, μωρέ; Φαί έφτιαξες ή γλυκό; Νάσου πάλι και κείνο το φινόκιο; Έβαλες φινόκιο και στον πουρέ; Που το μάθατε όλοι σας το φινόκιο ρε κι εγώ δεν το ‘ξερα;

Αφήστε πια εκείνο το φτύσιμο της μπουκιάς. Στην Κρήτη, αν πας στο σπίτι κάποιου και φτύσεις το φαί που θα σου σερβίρει, θα κατέβεις κουτρουβαλώντας τη σκάλα. Από την άλλη, για μπείτε και στη θέση των κριτών. Αν εμένα μου βάζανε σαράντα πιάτα μπροστά μου κι έτρωγα πρώτα γαρίδες, μετά φασολάδα, μετά μακαρόνια με τυρί, μετά κρέμα καραμελέ, μετά αρνίσια παϊδάκια, μετά ανθότυρο με μέλι και συνέχιζα με μπριάμ, σαλάτα καραμελωμένων φουντουκιών, σνίτσελ πεσκανδρίτσας, ντολμάδες με γιαούρτι, μους σοκολάτας κι έπειτα μπουγιαμπέσα και κοκκινιστό κουνέλι, για να καταλήξω σ’ ένα γαλακτομπούρεκο και σε μπακαλιάρο σκορδαλιά, να με συμπαθάτε αλλά θα έτρεχα κατ’ ευθείαν στη λεκάνη να ξεράσω. Οπότε πάλι ευγενικοί είναι που το φτύνουν στη σακούλα των σκουπιδιών.

Λοιπόν, αυτή ιστορία με τους χιλιάδες υποψήφιους μαγείρους, τις χύτρες, τις ηλεκτρικές κουζίνες στη σειρά, τις κρέμες, τα σέλινα, τις αρχιτεκτονικές της καραβίδας, τους πανηγυρισμούς της πετυχημένης ψαρόσουπας και τα κλάματα του κακοψημένου μπουρεκιού, πρέπει να τελειώσει το συντομότερο. Αν η βουλιμία είναι απόδειξη κατάθλιψης, η εθνική βουλιμία τι είναι άραγε; Ας ρίξουμε και μια ματιά στα ψιλά γράμματα της ιστορίας. Πάντα οι αγροίκοι κατακτητές των παρακμασμένων αυτοκρατοριών, πάθαιναν πλάκα από τις γευστικές επιδόσεις των παχύσαρκων ράθυμων ηττημένων. Και μη μου αρχίσει η αγαπημένη μου Λαμπρία ή οι φίλοι μου Μαμαλάκης και Σκαρμούτσος τις θεωρίες ότι δεν εκτιμώ την τέχνη της γεύσης ή την παράδοση την κουζίνας, ότι δεν διαθέτω αισθητική ή ότι υποστηρίζω το άθλιο πρότυπο του άντρα-αφέντη και της γυναίκας-δούλας. Και τις γνώσεις τους θαυμάζω και στην τέχνη τους υποκλίνομαι και το φαγητό τους τρώω όπου το πετύχω και συχνότατα ρίχνω κανένα κοτόπουλο με πατάτες στο ταψί μου όταν πεινάω. Οι υπερβολές μ’ ενοχλούν. Εκτιμώ την μαγειρική, αλλά όταν έχει το ειδικό βάρος που της αναλογεί στη ζωή μας. Δε μπορώ να κολυμπώ όλη μέρα σ’ έναν ωκεανό από σάλτσες και λιωμένα τυριά. Μπουκώνω, μπουχτίζω, με πιάνουν καούρες. Έχω κι αυτό το άτιμο το φινόκιο που δεν ξέρω αν είναι τυρί, κρέας ή ψάρι…

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Το νησί: Ένα μεγάλο λάθος!

Της Ρίκας Βαγιάνη


Tεράστια γκάφα το «Νησί». Mega λάθος. Εγώ, αν ήμουν Μπόμπολας, ή Βαρδινογιάννης, ή Ψυχάρης (μα τον Άγιο των media, δεν έχω ιδέα πλέον ποιανού είναι αυτό το κανάλι: Ήξερα στην αρχή, αλλά τώρα έχω μπερδευτεί). Αν ήμουν πάντως το αφεντικό, θα τους μάζευα όλους, στη γραφειάρα μου, κάτι Μπούτους, κάτι Τούτους, με όλη τους τη συνοδεία, αυτόν που είχε την αρχική (τρομάρα του) ιδέα, παρέα με τους καλλιτέχνες, τους σκηνοθέτες και όλο το επιτελείο των συντελεστών, από τον πρωταγωνιστή ως τον πιο άσημο βοηθό ηλεκτρολόγου. Θα τους καλούσα στο γραφείο μου και θα τους απέλυα. Με συνοπτικές διαδικασίες. Θα ζητούσα επί πίνακι το κεφάλι της Παποικονόμου: να δω κεφάλια κι ένσημα να κατρακυλάνε στα σκαλιά του Ερρίκου Ντυνάν.


Εν συνεχεία, ως μυαλωμένο αφεντικό θα προμηθευόμουν μια βαριοπούλα κι ένα αλυσοπρίονο και θα κατέστρεφα συστηματικά τις μονταζιέρες, τις ψηφιακές μνήμες, τους σκληρούς δίσκους που περιείχαν κάθε δευτερόλεπτο γυρισμάτων της σειράς. Θα πολτοποιούσα ολόκληρη την παραγωγή- Να μη μείνει τίποτα από το Νησί, ούτε καν μια ανάμνηση ότι κάποτε γυρίστηκε.

Αλλά έχουν μυαλό; Δεν έχουνε. Πήγαν, σαν τις μωρές παρθένες, βρήκαν ένα βιβλίο που έχει χαλάσει τον κόσμο με την επιτυχία του και αποφάσισαν να το κάνουν σήριαλ. Εν μέσω κρίσης, φτώχειας σε χρήμα και πνεύμα, εν μέσω πλήρους σύγχυσης ιδεών και αξιών. Ε, τα ήθελαν και τα έπαθαν. Τα πρώτα σημάδια ήρθαν νωρίς, από τις εξομολογήσεις των εργαζομένων «κάτι πάει να γίνει εδώ, κάτι που δεν μοιάζει με τα άλλα», μας έλεγαν συνάδελφοι, όλων των ειδικοτήτων που επέστρεφαν από τους τόπους γυρισμάτων. Δεν ήταν αργά, ακόμα και τότε: έπρεπε να τη σακουλευτούν τη δουλειά ο ι αρμόδιοι και να «θάψουν» την παραγωγή-κάτι τέτοια τα πνίγεις μικρά, γιατί μεγαλώνουν και σου δημιουργούν του κόσμου τους μπελάδες.

Τέλος πάντων, κανείς δεν είχε τη δύναμη να χτυπήσει τη γροθιά του στο τραπέζι, να βάλει φρένο σ΄αυτή την κατρακύλα (προς τα πάνω). Το Νησί έγινε σενάριο, συγκέντρωσε τον κόσμο του, γυρίστηκε, ολοκληρώθηκαν οι απαραίτητες επεξεργασίες κι από προχτές, ο δόμος του δεν έχει επιστροφή: Προβλήθηκε το πρώτο επεισόδιο του σήριαλ και τα έκανε όλα μαντάρα.

Μπορεί να μην είμαστε κριτικοί τέχνης, αλλά λίγα δράμια νιονιό έχουμε. Ξέρουμε πότε βλέπουμε σκατά τηλεόραση, πότε βλέπουμε σαχλοτηλεόραση και πότε βλέπουμε αυτό που λένε «καλή τηλεόραση». Αυτό που είδαμε ήταν δέκα σκαλιά παραπάνω από το απλώς, «καλή τηλεόραση». Ήταν ένας καλλιτεχνικός και τεχνικός άθλος, που όμως, κατάφερνε το αδιανόητο, να διατηρήσει την ανθρωπιά του και να «μιλήσει» τρυφερά και λυπημένα στη γλώσσα των πιο απλών ανθρώπων. Να μιλήσει για την ιστορία μας. Και να μας κάνει να κλάψουμε, γιατί όλοι αναγνωρίσαμε μέσα στην ιστορία, το παρελθόν των ανθρώπων και των τόπων μας, όλοι νιώσαμε ξαφνικά να ανοίγει η πληγή των τραυμάτων που κουβαλάμε, εντός μας: τραύματα αμίλητα κι ανείπωτα, «δώρα» βαριά από τις παλιότερες γενιές. Δεν έπρεπε εμένα να μου το κάνει αυτό το Mega. Είχα βολευτεί με την τηλεόρασή μας. Την είχα συνηθίσει, είχα το πρόγραμμα αυτά που χάζευα, αυτά που μ΄άρεσαν κι αυτά που βαριόμουν. Η σιχαινόμουν.

Και ξαφνικά, μου ρίχνει στο κεφάλι το «Νησί». Και με φέρνει εκτός εαυτού, ανεβάζοντας για το ίδιο το δίκτυο –και τα γειτονικά του- αλλά κυρίως για τους τηλεθεατές, έναν πήχη θεόρατο, που δεν πηδιέται με τίποτα. Τι να κάνω τώρα εγώ; Ποια είναι αυτή η ξανθιά ντυμένη Λευκορώσσα έσκορτ που προσπαθεί κάτι να μου πει για το μπότοξ μιας άλλης ξανθιάς; Τι να δω; Ποια είμαι; Και κυρίως, τι δουλειά έχει το «Νησί» στη σημερινή ελληνική τηλεόραση; Μου θυμίζει μια φάση πέρσι, που ήμουν άφραγκη και άνεργη, αλλά «κόλλησα» και αγόρασα μια υπέροχη γαλλική τσάντα. Ήταν η πιο ωραία, η πιο σικ, (και η πιο ακριβή) που είχα στη ζωή μου. Την έφερα στο σπίτι κι έγινε της τσάντας. Τίποτα δεν μπορούσε να σταθεί δίπλα της, τα ρούχα μου έδειχναν τσίτια, τα παπούτσια μου φτηνιάρικα, τα μαλλιά μου βλάχικα, η ίδια μου η ντουλάπα ήταν πολύ «βήτα» για να φιλοξενήσει αυτή την τσάντα. Χρειάστηκε να αλλάξω όλη μου τη γκαρνταρόμπα, προς το κομψότερο, η τσάντα με κατέστρεψε.

Έτσι τώρα και με το «Νησί»: διέφθειρε με αδιαπραγμάτευτη ποιότητα και απέραντη, δημιουργική αγάπη, τους εκατοντάδες χιλιάδες τηλεθεατές που σκλάβωσε από το πρώτο πλάνο. Τα πράγματα δε, πάνε από το κακό στο χειρότερο. Πολύ επικίνδυνη ιστορία. Τι θα γίνει αν, μετά την πρώτη χαρά που πήραμε με αυτό το πανέμορφο «λάθος» πάρουμε αέρα και ζητάμε περισσότερα; Τι θα γίνει αν αρχίσουμε να απαιτούμε ένα «Νησί» στις Ειδήσεις, ένα άλλο «Νησί» στις μουσικές εκπομπές, ένα «Νησί» στις πολιτικές συζητήσεις; Τι θα απογίνουν όλα τα άλλα (και όλοι οι άλλοι), αν ξαφνικά ξέρουμε ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν –και γίνονται- αλλιώς; Ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε θριαμβευτικά, ακόμα και στην πιο δύσκολή μας ώρα; Τι θα γίνει αν συνεννοηθούμε μεταξύ μας ότι δεν μας ικανοποιεί τηλεοπτικά, τίποτα λιγότερο από ένα αντίστοιχο «Νησί» σε κάθε πρόγραμμα που επιλέγουμε να τιμήσουμε με τον πολύτιμο χρόνο που διαθέτουμε;

Δεν έπρεπε να μου το κάνουν εμένα αυτό. Εξορισμένη στη Τηλε-Σπιναλόγκα της βλαχογκλαμουριάς, είχα συμφιλιωθεί με την αρρώστια μου: Τόσο που σιγά σιγά έπειθα τον εαυτό μου ότι περνούσα και ωραία. Μιλάμε , είχα υποστεί την απόλυτη ασυλοποίηση. Και μου πετάς ρε Μέγκα μου, ένα βλέμμα του Μάϊνα κενό μπροστά στον ξεριζωμό της ζωής του (της ζωής όλων μας) και με στέλνεις, κανονικά, για βρούβες. Ωραία συμπεριφορά, ρε Στέλιο. Συγχαρητήρια. Να το πεις και στους άλλους, ακούς; Δεν θα σας συγχωρήσω ποτέ… Ούτε εγώ, ούτε άλλος κανένας, γι αυτές τις Δευτέρες: Γι αυτή την αχνή, παράλογη ελπίδα πώς, αφού υπάρχει και αναδύεται, έστω ένα «Νησί», δεν χάθηκαν όλα.

Ή τουλάχιστον, όχι ακόμα.

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ερωτευμένος του... ΟΣΕ

Tου Κωνσταντινου Ζουλα

Σας έχει τύχει να πάρετε λάθος τηλεφωνικό αριθμό και να ακούσετε μια βαριεστημένη φωνή να λέει «ναι» σαν μόλις να ξύπνησε; Ε, λοιπόν, έτυχε σε μια φίλη μου, καθώς έκανε το «λάθος» να τηλεφωνήσει στο τετραψήφιο «1110» του ΟΣΕ, για να κλείσει ένα εισιτήριο. Μια λάγνα γυναικεία φωνή την καλωσόρισε στην «τηλεφωνική πύλη (sic) εξυπηρέτησης» και αφού πάτησε το «2» «για κρατήσεις θέσεων» ακολούθησαν όσα θα διαβάσετε.

«Ναι» λέει ο βαριεστημένος υπάλληλος. «Καλημέρα. Θέλω ένα ...

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Η Θρέψη

Του Ηλία Μαμαλάκη


Τον τελευταίο καιρό ξαναπήγα σχολείο. Βλέπω και παρατηρώ και βέβαια μαθαίνω πράγματα και θάματα που πάντα υπήρχαν γύρω μου, αλλά δεν τα έβλεπα.

Άνθρωπος της γαστρονομίας είμαι, του μαγειρέματος. Πάντα νόμιζα ότι το φαγητό προετοιμάζεται για να προσφέρει μια από τις ανθρώπινες ηδονές. Μήπως έκανα λάθος; Ή πιο απλά, μήπως υπάρχουν και άλλοι παράγοντες στο φαγητό που ξεπερνούν την ηδονή; Ναι, φυσικά. Απλώς αυτό το βάλαμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας και το ξεχάσαμε.

Το φαγητό κυρίως και απολύτως είναι ζωή. Η θρέψη, όπως θα έλεγε η γιαγιά μου:
- αυτό είναι θρεπτικό
- αυτό είναι δυσκοίλιο
- αυτό είναι ευστόμαχο

Μια εκδήλωση αγάπης του καθημερινού ανθρώπου, άντρα, γυναίκας, παιδιού ή γέρου εκδηλώνεται προσφέροντας τροφή στον άλλον. Η μάνα προτείνει το φουσκωμένο από γάλα στήθος της στο μωρό της, η πάπια ταΐζει το παπάκι στο στόμα, η λέαινα καθοδηγεί το λεονταράκι να βρει και να μασήσει μόνο του την τροφή, η μάνα πελεκάνος αν δεν βρει τροφή να θρέψει τα μικρά της κατασπαράζει μόνη της τα σπλάχνα της για να ταΐσει τα μικρά της με τη σάρκα της και το αίμα της.

Αυτό είναι η θρέψη, ανώτερη από τη γαστρονομία. Οι μανάδες θρέφουν τα παιδιά τους, τους δίνουν ζωή ή ακόμα καλύτερα δύναμη για ζωή. Γι’ αυτό όλοι εμείς γιοί και κόρες αγαπάμε τις μανάδες μας γιατί μας έθρεψαν. Κι όμως εγώ τον πήρα τον δρόμο της γαστρονομίας. Φαφλατάδικος δρόμος, φιγουρατζίδικος, με φωνές και τυμπανοκρουσίες, αλλά ότι κι αν πεις εύκολος δρόμος.

Δύο εξτραβαγκάντσες, ένα εξωτικό μπαχαρικό, λίγος αφρός και οι γαστρονόμοι έμειναν εκστασιασμένοι και ατενίζοντας στο υπερπέραν καταμετρούν την υφή του μπαρμπουνιού, το άρωμα της κολοκύθας, τη γεύση του αγγουριού.

Έλεος, άνθρωποί μου, η μαγκιά του μάγειρα είναι να φτιάξει τρεις μπουκίτσες φαγητό για ένα πονεμένο σώμα και την ψυχή που κρύβει μέσα του. Να τον πείσει να φάει. Να γίνει μάγειρας της θρέψης και όχι της γαστρονομίας. Να νιώσει ότι έδωσε λίγη ζωή, λίγο κουράγιο. Δεν είναι ανάγκη να είσαι ο σούπερ μάγειρας για να το κάνεις αυτό, αρκεί να αγαπάς, να φροντίζεις, να σκέπτεσαι.

Αυτό το σχολείο πέρασα τον τελευταίο καιρό, εγώ ο άγαρμπος μαγειράκος, να θρέψω δηλαδή, να δώσω ζωή στην αγαπημένη μου. Αρνιόταν πεισματικά να ζήσει, μόνο λίγα ροδάκινα της άρεσαν σε ήπια θερμοκρασία, ούτε ζεστά ούτε κρύα. Εγώ μέσα στην κουζίνα έφτιαχνα τυροπιτάκια, έβραζα χυλωμένη φακή χωρίς μπαχαρικά για να μην την ενοχλούν, έφτιαχνα σαλάτα φατούς που της άρεσε, έβραζα κολοκυθάκια, άτμιζα μια φρέσκια γλώσσα. Ήθελα να θρέψω την καλή μου, το ήθελα μα αυτή αρνήθηκε. Βλέπετε είχε ξεκινήσει από καιρό έναν άλλο μακρύ και άγνωστο δρόμο... Ποιος θα τα φάει όλα αυτά που μαγείρεψα;

Θα παλαιώσουν μέσα στις πιατέλες, μέχρι που κάποιος θα τα πετάξει. Τα φαγητά μου δεν έθρεψαν κανέναν, ούτε καν εμένα. Θα ήθελα κάτι να κάνω, μα είμαι ανήμπορος, δεν ξέρω τίποτα άλλο να θρέφω ανθρώπους και ενίοτε τις ψυχές τους. Γιατί θέλω να ξέρετε ότι η ανθρώπινη ψυχή κατοικοεδρεύει στο στομαχάκι μας.

Υ.Γ. Στις 29 Αυγούστου στις 11.15 το βράδυ η αγαπημένη μου γυναίκα Στέλλα έφυγε από αυτό τον κόσμο αφού έδωσε μια τιτάνια μάχη με την καταραμένη αρρώστια. Ήθελε να ζήσει όσο κανένας άλλος. Πίστευε ότι καλυτέρευε, ενώ η αλήθεια ήταν διαφορετική. Την αγαπούσα πάρα πολύ και θα την αγαπώ.

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010

Άντε να πλύνεις πιάτα...

Tης Ρέας Βιτάλη

Εκείνη καθόταν στο τιμόνι, εγώ στο πίσω κάθισμα. Ρύθμιζε και ξαναρύθμιζε το κάθισμα, έριχνε μια ματιά στον καθρέφτη, ίσιωνε επί τη ευκαιρία και το κραγιόν στα χείλη και έπιανε το κλειδί για να ξεκινήσουμε. Το πότε ξεκινούσαμε το μάθαινε όλη η Βουλιαγμένη. Τέτοιο ήταν το μαρσάρισμα! Αμέσως μετά το αυτοκίνητο πάθαινε κάτι σαν λόξιγκα και σταματούσαμε απότομα για να ξαναξεκινήσει την προσπάθεια. Η οδήγηση της μάνας μου ήταν για μένα τραυματική εμπειρία… Άσε πια εκείνα τα «άντε κυρά μου να πλύνεις κανένα πιάτο!» που ακούγαμε. Και δώστου μαρσάρισμα η μάνα μου! Το μόνο ευχάριστο ήταν ...  

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Ελληνική οικογένεια στην παραλία

Του Δημήτρη Καμπουράκη

Δεν είμαι ούτε σνόμπ, ούτε κοκορόμυαλος. Έτσι πιστεύω τουλάχιστον. Κάνω διακοπές όπως κάθε συνηθισμένος Έλληνας. Δεν κλείνω πεντάστερο στη Μύκονο για να μείνω, προτιμώ το χωριό μου. Δεν καταφεύγω σε ιδιωτικές παραλίες ή σε σκάφη για να κάνω το μπάνιο μου, πιάνω μια ξαπλώστρα μέσα στον σωρό. Δεν τρώγω σε ακριβά εστιατόρια, προτιμώ το ταβερνάκι πάνω από την παραλία με τα λαδερά και τις χωριάτικες. Όταν πάω σε κανένα μπαρ, δεν στρογγυλοκάθομαι στα τραπέζια του πάνω διαζώματος με το face control, αλλά στέκομαι κάτω στις μπάρες με όλο τον κόσμο. Δεν παριστάνω τον φιλολαϊκό, απλώς έτσι έχω μάθει κι έτσι κάνω. Υπάρχουν όμως φορές που όλα τούτα τα σκυλομετανοιώνω. Ξέρετε πότε; Μόλις πέσω πάνω σ’ αυτή την κατάρα που ονομάζεται «μικροαστική ελληνική οικογένεια».


Γιατί άραγε ...

Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010

Το μεγάλο κύμα

Tης Ρέας Βιτάλη

Δεν ξέρω γιατί, αλλά η μια σκηνή σέρνει από τη μύτη την άλλη, στο μυαλό μου… Κι ας απέχουν χρονικά, τριάντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Η μια σκηνή εκτυλίσσονταν στο Αστέρα της Βουλιαγμένης στην παιδική μου ηλικία. Ο πατέρας μου έμαθε να κολυμπάει μεγάλος και είχε πάντα ένα δέος απέναντι στη θάλασσα. Από τη στιγμή λοιπόν που ξεκίνησε με ένα φίλο του τα μαθήματα κολύμβησης, είχε βάλει στόχο την εξέδρα. Κι ήταν τόσο «απόλυτα δικό του», το βλέμμα του, κάθε φορά που την έφτανε και την έπιανε, που θυμάμαι ότι σκοτωνόμουν να τον προσπεράσω για νάμαι μάρτυρας της στιγμής της απόλυτης ικανοποίησής του, να τραβήξω μια φωτογραφία με τον νου…. Ένα πολύτιμο «κλικ»! Που κρατάω χρόνια στην καρδιά μου…

Η άλλη σκηνή εκτυλίσσεται στην αγαπημένη μου παραλία, στην Τήνο... Το νησί που αμολήσαμε άγκυρα τα τελευταία χρόνια. Πανομοιότυπα, μπαίνω κάτω από την ομπρέλα, τακτοποιώ γύρω μου, βιβλία, τσαντάκια, κινητά, τα παιχνίδια του Κωστάκη… Φτιάχνω την πετσέτα, κάθομαι ανακουφισμένη κι αγναντεύω … Παραλία 70ties! Με τεράστιες γιαγιάδες με μαγιό πολυφορεμένα και βλέμμα ραντάρ για το εγγόνι, με ζευγαράκια ξέγνοιαστα, με κανένα ξέμπαρκο παπά που ο αέρας παίζει με τα ράσα του ή με καμιά επισκέπτρια για τάμα… Που έχει μαζί της «το τάμα»…Τι ηρωικές αυτές οι μάνες! Τι απέραντη αντοχή και κουράγιο αναβλύζουν. Η Τήνο μου! Λατρεμένη για την απογείωση και προσγείωση που με κερνάει την ίδια ώρα… Μα όσο βαθαίνει το καλοκαίρι, η παραλία γεμίζει κόσμο τόσο, που δε προλαβαίνω να κατασκοπεύσω το έργο που εκτυλίσσεται κάτω από τη σκιά της κάθε ομπρέλας… Ένα σωρό άνθρωποι… Στη δική του ταινία ο καθένας. Μα όλοι επιτέλους γαληνεμένοι, νωχελικοί., σοφοί τεμπέληδες…

Ώσπου…

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Για τα πανηγύρια...


Της Ρέας Βιτάλη

Πανηγύρι στην Τήνο. Από τούτον το μήνα…Όρεξη νάχεις! Στην κεντρική πλατεία χωριού, των 8 κατοίκων. Σε μια μέρα, ανέβηκε ο πληθυσμός του, χίλια τα εκατό! Τραπέζια στη σειρά, τραπεζομάντηλα καρώ, λούζα και τηνιακό τυρί και η μαεστρία κάθε νοικοκυράς κερασμένη σε μικρό άσπρο πιατάκι.


Ο Διόνυσος, η Παναγία, ο προστάτης Άγιος…Όλοι παρόντες. Ιδίως ο προστάτης Άγιος…Απολύτως αξιοσέβαστος ως ενδιάμεσος, ως δικός «τους» άνθρωπος…Πέφτει ψηλά ο ουρανός… Που να φτάσει ως εκεί η φωνή τους; Πώς να παρακάμψουν την ουρά του ανθρώπινου πόνου; Που να πάρεις σειρά απευθυνόμενος στο Θεό! Κατέφυγαν πονηρά στο δικό «τους» άγιο. Να τον κανακεύουν, να τον δωροδοκούν, να του τάζουν, να έχουν ένα μέσον ρε αδελφέ… Έλληνες!

Στην κεντρική πλατεία λοιπόν. Γιορτάζουμε την Αγία Στιγμή. Την ιερότερη όλων. Το απόλυτο –τώρα- το Ελληνικό! Η ρακή ρέει, στόματα γελούν αποκαλύπτοντας ...

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Καλώ σε πορεία

Καλώ σε πορεία:

Όσους δεν έχουν βάλει βύσμα για μια μετάθεση στο στρατό ρίχνοντας στην παραμεθόριο άλλους που δεν είχαν

Όσους δεν έχουν δώσει χρήματα για να εγχειριστούν οι ίδιοι ή οι οικείοι τους εκτός σειράς εις βάρος άλλων που δεν είχαν να πληρώσουν

Όσους δεν έχουν δώσει φακελάκι σε γιατρούς ή το κατήγγειλαν όταν τους ζητήθηκε

Όσους δεν έχουν δηλώσει ψευδή στοιχεία στην εφορία για να φοροδιαφύγουν

Όσους δεν έχουν φάει χρήματα της ασφάλισής τους και τώρα παραπονιούνται ότι αν και δούλευαν χρόνια έχουν λίγα συντάξιμα

Όσους δεν έχουν αποφύγει να πληρώσουν την ασφάλεια των εργαζομένων τους

Όσους ...

Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

Μπουγάδα στα Πετράλωνα

Της ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ

Στα Πετράλωνα τα σπίτια είναι χαμηλά ακόμα. Περπατάς το βράδυ και πίσω από τις κουρτίνες των σπιτιών, σαν μπερντές θεάτρου σκιών, ρίχνεις κλεφτές ματιές στις ζωές των ανθρώπων. Ένας μαθητής που διαβάζει, ενώ η μάνα του στέκεται από πάνω του, με ρόμπα και ρόλει στα μαλλιά. Μωρέ πόσα χρόνια είχα να δω γυναίκα με ρόλει ! Ένας άνδρας που χασμουριέται. Μια γριά ακίνητη σαν πεθαμένη. Οι άνθρωποι στα κλουβιά τους.

Και ξαφνικά σε έναν παράδρομο δυο τρία ταβερνάκια ζωντανεύουν το σκηνικό.«Πάμε στου Γάλλου» ήταν η πρόταση κι όταν λέμε Γάλλου, εννοούμε ...