Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Η Ιαπωνία των αναμνήσεών μου

Της Ρέας Βιτάλη

Oι περισσότερες παιδικές φωτογραφίες μου έχουν και έναν Ιάπωνα στο φόντο. Λόγω της επαγγελματικής συνεργασίας του πατέρα μου και μετά τον θάνατό του, της μητέρας μου, με εταιρεία αυτοκινήτων από το 1961. Τους θυμάμαι με τις φωτογραφικές τους μηχανές. Να παίρνουν στάσεις για ασπρόμαυρες φωτογραφίες με background το Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, το Λευκό Πύργο στη Θεσσαλονίκη, τη θάλασσα στα Καμένα Βούρλα, το Σούνιο. Σε ταβέρνες με κρασί Δεμέστιχα επάνω στο τραπέζι και τη Δούκισσα με υπερμέγεθες μικρόφωνο στα μπουζούκια… Και εκείνοι σαν στρατιωτάκια, ακούνητα, αγέλαστα. Ούτε χαμόγελο, ούτε τίποτα. Ακόμα και τα χέρια σε στάση προσοχής. Έρχονται συχνά στο μυαλό. Περιέργως όχι σαν μονάδες… (Παρόλο που ονόματα όπως Άμπε, Σεκίνε, Ιμάι καταχωρούνται δίπλα σε θείους και θείες) αλλά σαν νοοτροπία, σαν παράδειγμα άλλοτε για μίμηση άλλοτε για αποφυγή, σαν τρόπος εργασίας, σαν εντιμότητα, σαν σχολείο. Ναι σαν σχολείο. Γι΄ αυτό και δεν υπάρχει χρονολογική σειρά καταχώρησης στη μνήμη. Υπάρχουν μνήμες. Πολύτιμες. Και έτσι ανάκατες θα τις καταγράψω σήμερα.


Οι μνήμες ξεκινάνε από τη δεκαετία του 60 και καταλήγουν τη δεκαετία του 80. Θυμάμαι μια χώρα σοκαριστικά οργανωμένη και καθαρή. Η καθαριότητα έπαιζε ανέκαθεν τεράστιο ρόλο για τους Ιάπωνες. Τους ταξιτζήδες με κατάλευκα γάντια και τα καθίσματα με κατάλευκα καλύμματα. Θυμάμαι την ακρίβεια των ιαπωνικών τρένων και την ταχύτητά τους. Ο τρόπος που μετράνε το χρόνο οι Ιάπωνες διαφέρει απόλυτα από τον τρόπο που τον μετράμε οι Έλληνες. Μου φαίνονταν τόσο παράξενο στην αρχή το «Θα σας περιμένουμε στο lobby σε 12 λεπτά για να σας συνοδεύσουμε στα γραφεία» μετά από ταξίδι άπειρων ωρών… Άκου δώδεκα λεπτά! Ποιος Έλληνας καταδέχτηκε ποτέ ν΄ασχοληθεί με το 12, το 13, το 14; Κι όμως…Έκτοτε με κατατρέχει η ακρίβεια!

Θυμάμαι επισκέψεις σε γραφεία και εργοστάσια. Η εμπειρία! Απεργίες με μαύρα περιβραχιόνια ενώ συνέχιζαν ωστόσο να εργάζονται… Αλλά και εργοδοσία που λάμβανε σοβαρότατα υπόψη τα περιβραχιόνια. Καθώς και κουτιά σε διάφορα σημεία των εργοστασίων για να ρίχνουν οι εργάτες αιτήματα. Περιέργως τα περισσότερα απ΄αυτά αφορούσαν ιδέες και μεθόδους που θα βοηθούσαν την αύξηση της παραγωγής. Θυμάμαι τον σεβασμό στην ιεραρχία. Τις υποκλίσεις. Την αναγγελία άφιξης του ανώτερου στο χώρο…Πω, πω τι γίνονταν μέχρι να μπει στο χώρο ο ανώτερος! Κατώτεροι υπάλληλοι σε πέρναγαν κανονικά από casting. Ακόμα και ενδυμασίας. Σωστά δεμένης γραβάτας για τους άνδρες. Πήγαινες με ένα σωρό εμπορικά ζητήματα να ζητούν επιτακτικά λύση, ως αγχωμένος και ανυπόμονος Έλλην κι ωστόσο σε έβαζαν στο δικό τους ρυθμό, τρόπο και φιλοσοφία. Ποτέ «ένας» δεν παίρνει την απόφαση. Ποτέ «ένας» δεν θα σου δώσει αμέσως απάντηση και ούτε κατά διάνοια προσωπική άποψη. Με σεβασμό στην ιεραρχία ακόμα και για την πιο ανώδυνη απόφαση εκμηδενίζουν την πιθανότητα λάθους.

Όλα είχαν ένα συγκεκριμένο στόχο. Πάντα «ο στόχος»! Με την άφιξή σου στη χώρα και στους χώρους εργασίας έπαιρνες μέρος σε μια τελετή που σκοπό είχε να εμπεδώσεις πόσο τυχερός είσαι που αντιπροσωπεύεις προϊόν αυτής της χώρας. Έφευγες μπολιασμένος με λυσσαλέα διάθεση να δουλέψεις για το καλό της Εταιρείας. Το ατομικό συμφέρον έρχονταν σε δεύτερη μάλλον τρίτη…Μη σου πω τέταρτη μοίρα. Θυμάμαι συνεργασία με μπέσα και καθόλου πισωγυρίσματα. Ο λόγος είναι νόμος!

Θυμάμαι τη θέση της γυναίκας. Υποταγμένη, αθόρυβη, σχεδόν αθέατη. Ακόμα και οι γυναίκες των μπαρ. Φωνή ετοιμόγεννης γατούλας, νιαουρίσματα, γέλια με μικρό στόμα και ματάκια σχιστά να επεξεργάζονται με δέος δασύτριχους Έλληνες…Χαρά σ΄όποιον είχε μούσι! Και τους άνδρες, τους Ιάπωνες να τρελαίνονται για καραόκε και να έχουν την εικόνα μαθητή στο πρώτο του πάρτι. Ντίρλα! Ωστόσο ήταν η μέγιστη απρέπεια ν΄αναφερθείς την επόμενη μέρα στην προηγούμενη νύχτα. Ούτε ένα απλό, αθώο «ωραία ήταν χθες»…Α πα πα! Η δουλειά είναι δουλειά. Οι μνήμες της νύχτας τελειώνουν τη νύχτα.

Θυμάμαι κήπους συγκλονιστικούς. Σημεία για περπάτημα αλλά και στοχασμό. Ανθισμένες κερασιές… Η ωραιότερη εποχή να επισκεφτεί κανείς την Ιαπωνία. Καταστήματα με αντίκες στο πανέμορφο Κιότο. Κιμονό θεϊκά! Και μη γελάτε… Θυμάμαι τουαλέτες. Το άγχος μου, όταν τους ταξιδεύαμε στη χώρα μας και την απόλυτη αμηχανία μου για την κατάσταση των δικών μας αποχωρητηρίων (ανά την επικράτεια) αλλά και το θαυμασμό μου για την κατάσταση των δικών τους. Ο πολιτισμός του WC ανέκαθεν καθρέπτιζε τον πολιτισμό μιας χώρας περισσότερο από τα μουσεία της.

Θυμάμαι ταξίδια άπειρων ωρών…Μέσω Αλάσκας! Ο εναέριος χώρος της Ρωσίας ήταν κλειστός…Χρόνια πριν! Θυμάμαι την απελπισία μου μπροστά σε πιάτα με γιαπωνέζικο φαγητό…Που να 'ξερα τι σούσι θα κατανάλωνα στο μέλλον! Θυμάμαι μια αισθητική φινέτσα σε όλα. Στους τρόπους, στους ήχους, στις κινήσεις, στην τέχνη. Λεπτεπίλεπτα όλα και ασύλληπτα διακριτικοί οι άνθρωποι. Θυμάμαι μια σημαία πάνω στο φέρετρο του πατέρα μου και έναν Ιάπωνα να κλαίει μόνος στο νεκροταφείο… Κι ας μην αναπτύξαμε ποτέ ιδιαίτερες προσωπικές σχέσεις. Οι αποστάσεις είναι επιβεβλημένες. Οι οικειότητες σχεδόν απαγορευτικές. Οι άνθρωποι εκπαιδεύονται να τιθασεύουν τα συναισθήματά τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι στερούνται συναισθημάτων. Τον θυμάμαι να κλαίει. Για φαντάσου! Η ζωή του επιχειρηματία κάποτε κούμπωνε με το προϊόν που αντιπροσώπευε.

Θυμάμαι τις αντιδράσεις των γονιών μου όταν έβλεπαν παλιό μοντέλο αυτοκινήτου. Σαν παλιό γνώριμο, το αντιμετώπιζαν… Μόνο που δεν φίλαγαν τη λαμαρίνα. Θυμάμαι…. Θυμάμαι…Θυμάμαι έναν υπουργό που αποφάσισε εν μια νυχτί να σταματήσει τις εισαγωγές από την Ιαπωνία και να αναγκάσει τους αντιπροσώπους να υποχρεώσουν αντίστοιχα τη χώρα εξαγωγής να εισάγει ελληνικά προϊόντα. Η συμφωνία «έκλεισε» για εξαγωγή ντομάτας. Οι ντομάτες μας ταξίδεψαν αλλά ήταν σάπιες… «Και τι έγινε!» αναρωτήθηκε ο υπουργός. Θυμάμαι… Θυμάμαι… Άτεχνες κινήσεις του ποδαριού σχεδόν μόνιμα εγκληματικές ελληνικών κυβερνήσεων…Νόμους που επέβαλαν να γίνουν εργοστάσια συναρμολόγησης καρότσας στην Ελλάδα και εργοστάσια που εγκαινιάζονταν σε εργοστασιακές περιοχές (αραχνιάζουν όλες πλέον!) αλλά μετά τα εγκαίνια και τις φωτογραφίες και τα πανηγύρια άλλαζαν τον νόμο ώστε να θεωρείται η επένδυση ασύμφορη…(Κάποτε χρωστάω να γράψω ένα βιβλίο για τον έλληνα επιχειρηματία)…

Ας τ' αφήσουμε όμως αυτά. Η Ιαπωνία πενθεί. Ένα τεράστιο κύμα κατασπάραξε κομμάτι της. Κι είναι τόσο ανατριχιαστική η εικόνα που μοιάζει ψεύτικη. Σχεδόν εικαστική. Καθώς λείπουν ανθρώπινες μορφές…Όσο πιο πολιτισμένη η χώρα, τόσο ο φακός δρασκελάει τα πρόσωπα των ανθρώπων… Τόσο ο φακός ζουμάρει σε άψυχα. Κακόμοιρε Ιαπωνικέ λαέ ακόμα και στο θάνατο στερείσαι την ατομικότητα σου. Η Ιαπωνία είμαι σίγουρη ότι παράλληλα με το πένθος της αρχίζει ήδη να οργανώνει την επόμενη μέρα…Κι αν νιώθω ευλογημένη για τις σχέσεις που ανέπτυξα με τη χώρα αυτή και μάλιστα εξ απαλών ονύχων είναι που στη ζωή μου έμαθα να συμπορεύεται ο Ζορμπάς, που τραβάει μια ζεϊμπεκιά στα συντρίμμια, με την νοοτροπία των Ιαπώνων που οργανώνουν αυτόματα την ανοικοδόμηση των «συντριμμιών»…Μακάρι αυτό το μάθημα να μετέδωσα και στα παιδιά μου…

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Ο Μ. Μπρεχτ είναι πάντα επίκαιρος


Μια φορά καθώς ο στοχαστής κύριος Κόυνερ έβγαζε λόγο σε μια κατάμεστη αίθουσα και καταφερόταν κατά της βίας πρόσεξε ξαφνικά πως ο κόσμος άρχισε να τραβιέται και να φεύγει.
Γύρισε τότε κι είδε να στέκει πίσω του η Βία αυτοπροσώπως. Τι τους έλεγες;» τον ρώτησε η Βία.
«Τους μιλούσα υπέρ της Βίας» απάντησε ο κύριος Κόυνερ.

Αφού έφυγε η Βία οι μαθητές του ρώτησαν τον κ. Κόυνερ γιατί υποχώρησε. Ο κύριος Κόυνερ απάντησε: «Για να μπορέσω να πάω παρακάτω. Εξάλλου πρέπει να ζήσω περισσότερο από τη Βία»

Και ο κύριος Κόυνερ τους διηγήθηκε μια ιστορία: Στο σπίτι του κυρίου Έγκε, που ήξερε να λέει όχι, μπήκε μια μέρα στα χρόνια της παρανομίας, ένας πράκτορας, και του έδειξε ένα χαρτί.
Το χαρτί στο όνομα εκείνων που κυβερνούσαν την πόλη όριζε πως, ο πράκτορας θα έχει στην δικαιοδοσία του κάθε σπίτι στο οποίο θα πατούσε το πόδι του, σε κάθε είδους τροφή που θα ζητούσε
και θα είχε υπηρέτη του όποιον έβρισκε μπροστά του. Ο πράκτορας πήρε καρέκλα, κάθισε, του ζήτησε φαί, πλύθηκε, ξάπλωσε, γύρισε με το πρόσωπο στον τοίχο και πριν κοιμηθεί ρώτησε: «θα γίνεις υπηρέτης μου;»

Ο κύριος Έγκε τον σκέπασε με μια κουβέρτα, έδιωξε τις μύγες, κι άγρυπνος του στάθηκε στο προσκέφαλο εφτά ολόκληρα χρόνια. Τον υπάκουγε όπως την πρώτη εκείνη μέρα κι έκανε για τον πράκτορα τα πάντα, εκτός από ένα: δεν του είπε ποτέ ούτε μια λέξη.

Κι ο πράκτορας πάχαινε απ’ το πολύ φαί, και που όλο κοιμόταν και μόνο διάταζε. Πάνω στα εφτά χρόνια πέθανε. Τον τύλιξε τότε ο κύριος Έγκε στα ξέφτια της κουβέρτας σέρνοντας τον έβγαλε από το σπίτι, έπλυνε το στρώμα, έβαψε τους τοίχους, αναστέναξε με ανακούφιση και απάντησε:

«Όχι».

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Ο ουρανός βρέχει αρκούδες


του Κώστα Γιαννακίδη
Forward. Το mail γίνεται μία αλυσίδα χωρίς αρχή και τέλος. Στη μέση είστε πάντα εσείς που το διαβάζετε. Δεν είναι ένα, είναι πολλά. Και όλα καταγγέλλουν κάτι. Διαβάζω για σαραντάχρονη υφυπουργό που θα πάρει, λέει, τη βουλευτική της σύνταξη από τώρα. Ασφαλώς και είναι ψευδές. Μπορεί οι δύο θητείες να θεμελιώνουν δικαίωμα βουλευτικής σύνταξης, πλην όμως η δικαιούχος θα την εισπράξει στα 65. Εκτός των άλλων, εγώ θα θύμωνα για την παρουσία της στη Βουλή και στην κυβέρνηση, όχι για τη συνταξιοδότησή της. Όμως χιλιάδες άνθρωποι μπορεί και να έριξαν μία βλοσυρή ματιά στην οθόνη, πριν προωθήσουν στους φίλους τους ένα μήνυμα με ψευδές περιεχόμενο.

Μετά έρχεται εκείνο για το περιβάλλον που εμφανίζεται περιοδικά εδώ και τρία χρόνια. Επικαλείται μία ανύπαρκτη απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την προστασία του περιβάλλοντος. Υποτίθεται ότι η απόφαση δεν υιοθετήθηκε μόνο από την Ελλάδα επειδή οι κυβερνήσεις και τα media ορέγονται το περιβάλλον της πατρίδας μας. Δεν αμφιβάλλω για τις προθέσεις τους, αλλά αυτή η απόφαση δεν έχει εκδοθεί ποτέ.

Εσχάτως κυκλοφορεί και ένα mail το οποίο ζητεί μάρτυρες για την εκδίκαση μήνυσης που κατατέθηκε εναντίον της κυβέρνησης και των βουλευτών που ψήφισαν το μνημόνιο. «Θέλει αρετή και τόλμη» σχολιάζει ο ανώνυμος αποστολέας για την πρωτοβουλία ενός γιατρού να μηνύσει τους πάντες, ενώ ο λειτουργός της Δικαιοσύνης διενεργεί ανάκριση. Βλακείες! Και δεν είναι μόνο το τερατώδες με τον Κίσιγνκερ που, υποτίθεται, δίνει οδηγίες για την καταστροφή του ελληνικού λαού. Είναι πολλά. Ηλίθια, ή αφελή ψεύδη που ανακυκλώνονται μέσα σε μία αλυσίδα χωρίς τέλος. Θυμώνουμε. Αυτό δεν είναι κακό. Αλλά συχνά θυμώνουμε για το λάθος λόγο. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι η χώρα βρίσκεται σε κρίση βάσει σιωνιστικού σχεδίου με κύριο στόχο την υφαρπαγή των πετρελαίων. Και, όπως ξέρουν οι πάντες, ο ελληνισμός διαθέτει τόσο πετρέλαιο, ώστε ο Μέσι θα πάρει υπηκοότητα και τη θέση του Καραγκούνη στην εθνική.

Θα μου πείτε ότι σε αυτόν τον τόπο τα πιο τερατώδη ψέματα εκφωνούνται με το μεγαλύτερο δυνατό κύρος. Eτε πρόκειται για ομιλία από το βήμα της Βουλής, είτε για δελτίο ειδήσεων, η αλήθεια έχει τσαλακωθεί σαν χαρτί που πετιέται στο καλάθι. Θα συμφωνήσω και θα σας πω ότι από το να υπάρχει ανάμεσα μας σιωπή, προτιμώ τη βουή και ας φέρνει και ψέματα. Όμως πια είναι σαν να προσπαθείς να τακτοποιήσεις μία ντουλάπα με ανακατεμένα ρούχα. Ψέματα, υπερβολές και ανούσιες υστερίες εμφανίζονται από παντού και γίνονται κρίκοι της αλυσίδας που περνάμε ο ένας στον άλλον. Πριν την κρίση έπαιρνες κουτσομπολιά για ανείπωτες gay σχέσεις και παράνομα ζευγάρια της show biz. Τώρα παίρνεις καταγγελίες για τα κοιτάσματα ουρανίου που η κυβέρνηση κρύβει από τον ελληνικό λαό. Και όλα εμφανίζονται απλοποιημένα, διχαστικά, άσπρα ή μαύρα, με καλούς ή κακούς, πατριώτες ή προδότες, κλέφτες και έντιμους. Είναι ωραίο που συζητάμε. Το πρόβλημα αρχίζει όταν δεν καταλαβαίνουμε τι ακριβώς λέμε, όταν ο ένας μεταδίδει στον άλλον τον ιό της ηλιθιότητας.

* Ο τίτλος προέρχεται από ένα τραγούδι που έγραψαν οι Τερμίτες και ερμήνευσε ο Γ. Νταλάρας. Αξίζει να ακούσετε με προσοχή τους στίχους του Νίκου Μαρματάκη.



Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη για την ιστορική μας κληρονομιά



Από τη σκοπιά, της δημιουργίας μιας καινούργιας σχέσης με την παράδοση, ο μόνος αληθινός κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας είναι η Δυτική Ευρώπη. Ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, από τον 11ο αιώνα και πέρα, και υπήρξε επαναστατικά δημιουργός και διατήρησε μια γνήσια σχέση με την παράδοση που είχε πίσω του, είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργημένη». Η παράδοση αυτή περιλαμβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη χριστιανική κληρονομιά και αργότερα την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά. Και σ’ αυτήν την περίπτωση, μιλώντας πολύ σύντομα, θα πάρω για παράδειγμα την καταπληκτική εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής που αρχίζει με μια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της βυζαντινής και από τον Giotto και μετά παρουσιάζει μια ακατάπαυστη δημιουργική ανανέωση που όμως είναι ταυτόχρονα μια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950. Το ίδιο ισχύει και για την μουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του γρηγοριανού άσματος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών μελωδών, ρυθμών και τρόπων. Η βαθειά σχέση μεγάλων μουσικών δημιουργών, όπως οι κλασσικοί Γερμανοί, ο Chpin, o Musorsgy, o Albeniz, μ’ αυτές τις ρίζες αλλά και η ικανότητά τους να μετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της παράδοσης που χρησιμοποιούν είναι προφανείς. Το πιό έντονο παράδειγμα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία η οποία, μέσα από τις συνεχείς τομές στην ιστορία της σκέψης που παρουσιάζει, εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά με την παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας του μεσαίωνα και της κλασσικής ελληνικής φιλοσοφίας.


Η περίπτωση της Δυτικής Ευρώπης παίρνει για μας όλο το τραγικό της βάρος, αν την αντιπαραθέσουμε μ’ αυτά που έγιναν ή δεν έγιναν στο ανατολικό μέρος της άλλοτε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Παρά το ότι το Βυζάντιο δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει την περίοδο καθαρής βαρβαρότητας που υπέστη η Δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 11ο αιώνα, ο πολιτισμός του μας δίνει στις μεγάλες του γραμμές μια στατική εικόνα απολιθωμένων μορφών. Η σχέση με την παράδοση εδώ είναι στείρα, μιμητική και επαναληπτική. Η ζωγραφική γίνεται μια εικονογραφία που πολύ γρήγορα φτάνει σε τυποποιημένες μορφές τις οποίες μετά απλώς επαναλαμβάνει μιμούμενη τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει και για την αρχιτεκτονική. Η τέχνη του λόγου μένει μια ισχνή και ανιαρή απομίμηση των αρχαίων προτύπων. Έξω από τη λαϊκή μουσική, που γι’ αυτή την περίοδο ελάχιστα ξέρουμε, η μουσική καθηλώνεται στο μονωδικό εκκλησιαστικό άσμα.

Δυο παραδείγματα μπορούν να συνοψίσουν τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πολιτισμική κατάσταση. Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν ό,τι περίπου σώζεται και σήμερα από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Απ’ αυτούς την παίρνουν και την μεταφράζουν οι Άραβες και αργότερα οι Δυτικοευρωπαίοι. Οι Άραβες, όχι μόνο σχολιάζουν τον Πλάτωνα και ιδίως τον Αριστοτέλη, αλλά μέσα απ’ αυτή την επαφή γεννούν τουλάχιστον δύο σημαντικούς φιλοσόφους, τον Αβικένα και τον Αβερρόη. Για τους Δυτικοευρωπαίους, η «ανακάλυψη» των αρχαίων ελληνικών κειμένων δημιουργεί έναν εκρηκτικό συγκλονισμό που βρίσκει το πρώτο του κορύφωμα στην Αναγέννηση, αλλά που οι δονήσεις του δεν σταματούν, περιοδικά διαπιστώνεται κάτι σαν επιστροφή στους Έλληνες. Τώρα τι κάνουν οι Βυζαντινοί; Απλώς αντιγράφουν τα αρχαία χειρόγραφα και τους σχολιαστές τους και κάπου κάπου προσθέτουν και κανένα σχόλιο.

Το άλλο παράδειγμα είναι ο Γκρέκο. Παινευόμαστε και ξιπαζόμαστε με τον Γκρέκο χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει η περίπτωσή του. Ο Γκρέκο είναι βέβαια βαθειά ριζωμένος στην χριστιανική παράδοση και ξεκινάει από βυζαντινούς τύπους. Αλλά το πέρασμά του από τη Βενετία και η εγκατάστασή του στην Ισπανία τον αλλάζουν ριζικά. Η ζωγραφική του σαφώς μαρτυράει την προέλευσή του πχ σε παραλλαγές χρωματικής ή στην περίφημη επιμήκυνση των προσώπων και των σωμάτων. Αλλά τα αριστουργήματα της ισπανικής εποχής «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ», «Οι απόψεις του Τολέδου», «Η κυρία με τη γούνα» είναι αδύνατα και αδιανόητα στο Βυζάντιο ή στη Κρήτη του 17ου αιώνα. Οι σημερινοί Βυζαντινοκάπηλοί μας δεν στέκονται μια στιγμή να αναρωτηθούν γιατί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έπρεπε να εγκατασταθεί στην Ισπανία και να γίνει El Greco; Το Βυζάντιο και η εποχή της Τουρκοκρατίας μας προσφέρουν το παράδειγμα ενός μεταελληνικού πολιτισμού που έχει κάποια γνώση της αρχαιότητας σε σχέση με αυτήν, αλλά που μένει καθηλωμένη σε μια μιμητική, εξωτερική και άγονη σχέση με την παράδοση.

Τέλος έρχομαι στο σύγχρονο ελληνικό δράμα. Τα κεντρικά στοιχεία του ελληνικού δράματος είναι, από τη μια μεριά, η τριπλή αναφορά που περιέχει για μας η παράδοση: Αναφορά στους αρχαίους Έλληνες, αναφορά στο Βυζάντιο, αναφορά στη λαϊκή ζωή και κουλτούρα, όπως αυτή δημιουργήθηκε στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και κάτω από την Τουρκοκρατία. Από την άλλη μεριά, η αντιφατική και, θα μπορούσε να πει κανείς, ψυχοπαθολογική σχέση μας με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, που περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός έχει μπει εδώ και δεκαετίες σε μια φάση έντονης κρίσης και υποβόσκουσας αποσύνθεσης. Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση και αναζήτηση. Ο βυζαντινός πολιτισμός είναι πολιτισμός θεοκρατικής ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού. Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων. Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμισυ σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου. Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσμο το γελοίο και θλιβερό θέαμα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που μιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η Δυτική Ευρώπη, στους δυο περασμένους αιώνες εγέννησε δεκάδες λαμπρούς ελληνιστές, μόνο τρία ονόματα έχουμε που μπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο με αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή –τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το μίσος των κηφήνων του εν Αθήνησι Πανεπιστημίου.

Περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να μάθουμε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουμε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες μελέτες. Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης και τη μεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδείας, με εμφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο τεράστιος μουσικός πλούτος της λαϊκής μουσικής σε μελωδίες, ρυθμούς, κλίμακες και όργανα έμεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έμεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.

Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο μεγάλα παρελθόντα, με τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, του συνδυασμού ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας. Έτσι παίρνουμε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγμένα, κλπ, κλπ, και τους βρίζουμε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισμό τους. Πράγματα που η Δύση βέβαια δεν περίμενε τους νεοφώτιστους ελληνορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια και που δεν απαλείφονται με μια ετήσια εκδρομή στο Άγιο Όρος.

Φαντάζομαι ότι δεν περιμένετε από μένα να δώσω συνταγές για το πώς θα μπορούσαμε να υπερβούμε αυτή τη δραματική βουβαμάρα που πολιτισμικά μας χαρακτηρίζει σήμερα. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: Αυτό που από την ελληνική ιστορία διαδόθηκε, γονιμοποίησε τον κόσμο και παραμένει σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης είναι η αρχαία ελληνική δημιουργία και η ανάδυση μέσα από αυτήν των ιδεών της αυτονομίας και της ελευθερίας. Αν η Δυτική Ευρώπη μπόρεσε, με τη σειρά της, να μεγαλουργήσει κι αυτή επί δέκα σχεδόν αιώνες, είναι και διότι μπόρεσε να συγκροτήσει μέσα από τις δυο Αναγεννήσεις, την κλασσική εποχή, το Διαφωτισμό και τις μετέπειτα εξελίξεις, μια σχέση δημιουργικού διαλόγου κι όχι μιμητικής επανάληψης με τα αρχαία ελληνικά σπέρματα. Για μας σήμερα, αν είμαστε ικανοί να τον συγκροτήσουμε, ένας τέτοιος διάλογος που προϋποθέτει και τη βαθειά γνώση και το σεβασμό της λαϊκής μας παράδοσης δεν μπορεί παρά να είναι διπλός: και με τους αρχαίους και με την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της Δυτικής Ευρώπης. Όπως το ανέφερα ήδη, και αυτός ο δυτικός πολιτισμός περνάει σήμερα μια βαθειά κρίση που δεν ξέρουμε αν και πότε θα μπορέσουν οι δυτικοί λαοί να την ξεπεράσουν. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, στο ίδιο καράβι είμαστε μπαρκαρισμένοι κι εμείς και δεν εννοώ τις οικονομικές και διπλωματικές διασυνδέσεις. Αν μπορέσουμε να αφομοιώσουμε δημιουργικά τον απέραντο πολιτισμικό πλούτο που δημιούργησε η Δύση –και που περιέχει έστω και ανεπαρκώς την αρχαία ελληνική αναφορά- θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε μια πραγματικά δική μας γλώσσα και να παίξουμε την παρτίδα μας σε μια νέα πολιτιστική συμφωνία. Αλλιώς θα εξακολουθήσουμε να βράζουμε στο ζουμί μας και να καλλιεργούμε την περιθωριακή μας ασημαντότητα.

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Το κίνημα του τζάμπα και ο επιχειρηματίας με το πούρο


Tου Στεφανου Κασιματη

Eίναι μια παρέα ηλικιωμένων ανθρώπων που πλησιάζουν τα ογδόντα. Ολοι τους πρώην αριστεροί, αηδιασμένοι σήμερα με την αυτοκαταστροφική εξαλλότητα της Αριστεράς, γνωρίστηκαν στις εξορίες και ώς σήμερα διατηρούν τη φιλία τους. Στην τελευταία συνάντησή τους, ένας από την παρέα αφηγήθηκε την περιπέτεια που είχε λίγο πριν στο λεωφορείο, καθώς ερχόταν στην τακτική εβδομαδιαία συνάντηση των παλιών φίλων. Ενας νεαρός, με χαρακτηριστική όψη φοιτητή, τον είδε να ακυρώνει το εισιτήριό του και τον επέκρινε δημοσίως. Πώς είναι δυνατόν, όταν η κυβέρνηση κόβει τις συντάξεις, αυτός να πληρώνει εισιτήριο; «Γιατί αν δεν πληρώνω συγκοινωνίες, δεν θα έχω συγκοινωνίες», του απάντησε κοφτά ο ηλικιωμένος και έστειλε τον αναιδή πιτσιρικά (φραστικά, ευτυχώς) εκεί όπου έπρεπε.

Το κίνημα του τζάμπα στις συγκοινωνίες, που υποδαυλίζεται φανερά από το ΚΚΕ, τον ΣΥΡΙΖΑ και τα Εξάρχεια, δεν μας προέκυψε από το πουθενά. Είναι η άλλη πλευρά του νοσηρού φαινομένου της ιδιοποίησης του νόμου και της ατιμωρησίας, που εδώ και χρόνια το ανεχόμαστε, κυρίως από τις τάξεις των ισχυρών της κοινωνίας. Η διαφορά είναι ότι, τώρα, εξαιτίας της εγκληματικής ανοησίας της Αριστεράς, το βλέπουμε πια να εκδηλώνεται και ως κίνημα των ανίσχυρων στις συγκοινωνίες. Στην πραγματικότητα, είναι η άλλη όψη της παθογένειας που περιγράφεται γλαφυρά σε ένα άλλο πρόσφατο περιστατικό, με πρωταγωνιστή γνωστό επιχειρηματία, που έχει προ πολλού ξεπεράσει τα όρια της γραφικότητας. Πρωί πρωί, ένας τραπεζικός υπάλληλος περιμένει στο φανάρι, όταν βλέπει από τον καθρέφτη να πλησιάζει το αυτοκίνητό του από πίσω ένα θηριώδες τζιπ με κατάμαυρα τζάμια. Το τζιπ μειώνει ταχύτητα, ωστόσο συνεχίζει να πλησιάζει επικίνδυνα το αυτοκίνητο του τραπεζικού, ώσπου χτυπάει επάνω του. Ο τραπεζικός τα χάνει. Πιστεύει ότι ο οδηγός του τζιπ πρέπει οπωσδήποτε κάτι να έπαθε και έχασε τις αισθήσεις του. Βγαίνει από το αυτοκίνητο του ταραγμένος και πλησιάζει το τζιπ, φανταζόμενος τα χειρότερα: ότι, π.χ., θα αντικρίσει έναν άνθρωπο στον επιθανάτιο ρόγχο του πεσμένο επάνω στο τιμόνι. Ομως το τζάμι στην πόρτα του οδηγού ανοίγει και βλέπει έναν πασίγνωστο επιχειρηματία της νύχτας, με ένα πούρο σφηνωμένο στο στόμα, τον οποίον όλη η Ελλάδα είδε να καταδικάζεται και την επομένη να αποφυλακίζεται με ανήκεστο βλάβη. «Δεν με είδατε μάλλον;», του λέει φοβισμένος, για να αποφύγει μια αναμέτρηση από την οποία είναι αδύνατο να βγει κερδισμένος. «Πως, σε είδα», του απαντά μες απ’ την μακαριότητά του ο επιχειρηματίας, «αλλά σε έγραψα στα...» -καταλαβαίνετε. Εφυγε έντρομος, χωρίς άλλη κουβέντα...

Είναι λυπηρό ότι η κυβέρνηση δεν δείχνει να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει σοβαρά το νοσηρό φαινόμενο της ιδιοποίησης του νόμου. Από την μια, παραδέχεται την απελπισία της, όταν στελέχη της κολακεύουν το λαϊκό αίσθημα, επαναλαμβάνοντας ότι «κάποιος πρέπει να πάει φυλακή». Από την άλλη, όμως, μεθοδεύει οφθαλμοφανείς συναλλαγές, όπως στην υπόθεση του πορίσματος για τη Siemens, το οποίο μόνον ως εμπαιγμός μπορεί να εκληφθεί. Για να το πω με τους όρους του σημερινού προβλήματος στις συγκοινωνίες, η κυβέρνηση δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα ελέγξει τους αδύναμους που αρνούνται (βλακωδώς) να πληρώσουν εισιτήριο, όταν δεν τολμά να τα βάλει με τους συνδικαλιστές του ΟΑΣΑ που γράφουν τις αποφάσεις των δικαστηρίων εκεί όπου γράφει τον φουκαρά τραπεζικό ο νονός με το πούρο...



Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Κακόμοιρο Δίστομο, κακόμοιρη Κάντανος...

του Δημήτρη Καμπουράκη

Ο συγχωρεμένος ο Θεοχάρης, μακρινός μου μπάρμπας και συγχωριανός, είχε πολεμήσει στην Αλβανία. Αυτός μαζί με τέσσερα ακόμα αδέρφια του. Γύρισαν όλοι ζωντανοί από το μέτωπο, ο ένας μ’ ένα ποδάρι λιγότερο. Την κατοχή ο Θεοχάρης ήταν στον ΕΛΑΣ, αλλά όταν ξέσπασε ο εμφύλιος αρνήθηκε να καταταχτεί στον Δημοκρατικό Στρατό. Δεν ήταν αριστερός. Κλασικός Κρητικός κεντρώος Βενιζελικός. Ο μεγάλος του αδερφός τη γλύτωσε στην Αλβανία, εκτελέστηκε όμως από τους Γερμανούς στην Κάντανο. Ο Θεοχάρης ήταν αναλφάβητος. Θυμάμαι τη γυναίκα του την κυρά-Βασιλική, νοσοκόμα στα νιάτα της και αρκετά νεώτερη απ’ τον άντρα της, να του διαβάζει με τις ώρες τους υπότιτλους των ξένων έργων στην ασπρόμαυρη τηλεόραση του σπιτιού τους.

Το 1986, έγινε μια μεγάλη εκδήλωση στα Χανιά για να τιμηθούν οι ήρωες της Εθνικής Αντίστασης. Ο Θεοχάρης έλαβε μια ονομαστική πρόσκληση από τη Νομαρχία. Πήρε την κυρά- Βασιλική και κούτσα-κούτσα πήγαν ως το κλειστό γυμναστήριο. Μόλις είδε ο ανθρωπάκος τις εξέδρες γεμάτες κόσμο, πάνω στο τραπέζι των επισήμων τεράστιες ντάνες από τυπωμένα διπλώματα τιμής κι από κάτω ένα τσουβάλι γεμάτο μετάλλια που θα έδιναν στους ήρωες, πήρε τη γυναίκα του και φύγανε, χωρίς να παραλάβει τα δικά του. Η Βασιλική μουρμούραγε σ’ όλη την επιστροφή, αλλά αυτός εξοργισμένος τής είπε ότι σ’ εκείνο το γήπεδο δεν υπήρχαν αντιστασιακοί. «Οι μισοί εκεί μέσα ήταν χέστες κι οι άλλοι μισοί Σουμπερτικοί» έλεγε. (Σουμπερτικοί ήταν οι Γερμανοτσολιάδες της Κρήτης, που είχαν επικεφαλής τον εγκληματία πολέμου Γερμανό επιλοχία Φριτς Σούμπερτ).

Από τότε μέχρι και τη μέρα που πέθανε, ο Θεοχάρης θεωρούσε μεγαλύτερη τιμή που αρνήθηκε να πάρει μέρος σ’ αυτή την κοροϊδία, παρά την ίδια τη συμμετοχή του στην Αντίσταση. Τον έβαζα τακτικά να μου λέει ιστορίες από την Αλβανία και την Κατοχή, (αν γράψω εδώ τι μου είχε διηγηθεί για τη μοίρα κάποιων Ιταλών αιχμαλώτων ή για το πλιάτσικο που έγινε από τους Χανιώτες στα σπίτια των Εβραίων μόλις τους μάζεψαν οι Γερμανοί, θα με παίρνανε με τις πέτρες οι «πατριώτες») και πάντα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα: «Αν ένας στους δέκα απ’ αυτούς που μαζευτήκανε στο γήπεδο έκανε αντίσταση, οι Γερμανοί θα εί χανε φύγει από την πρώτη μέρα. Εγώ δεν πολέμησα στην Αλβανία ούτε βγήκα στο βουνό, για να μου δώσουνε μετάλλια και διπλώματα.»

Παρά τον σεβασμό που του ‘χα, η αλτρουιστική ιστορία του είχε μια σοβαρή ρωγμή. Τόλμησα μια μέρα να τού την εκστόμισω κατάμουτρα: «Μετάλλιο δεν πήρες μπάρμπα, τη σύνταξη του αντιστασικού όμως την πήρες μια χαρά.» Αυτός κοκκίνησε αλλά δεν απάντησε, η κυρά-Βασιλική όμως δαγκώθηκε και μου ‘κανε κρυφά νόημα να σωπάσω. Κάποια στιγμή που με πέτυχε μόνο μου, η γριά μού εξήγησε ότι η αντιστασιακή σύνταξη είχε γίνει αφορμή για μεγάλους καυγάδες στο σπίτι και καλύτερα να μην τη σκαλίζω γιατί ο Θεοχάρης στενοχωριόταν. «Ο άντρας μου είχε σύνταξη από το ΤΕΒΕ και δεν ήθελε να κάνει χαρτιά και για την αντιστασιακή» είπε η γριά. «Όμως ο Αντώνης τον πίεσε και τελικά τον έβαλε με το ζόρι να καταθέσει τα δικαιολογητικά. Ο Αντώνης έλεγε πως τη σύνταξη την είχε πάρει «ο πασαείς» χωρίς να ‘χει ρίξει τουφεκιά και δεν θα την παίρναμε εμείς που είχαμε πραγματικά πολεμήσει;» είπε η κυρά-Βασιλική.

Ο Αντώνης ήταν ο γιός τους. Ψιλοτεμπελχανάς, παραγοντίσκος του τοπικού ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ‘80, μιλούσε πάντα με περηφάνεια για τα κατορθώματα του πατέρα του, πίνοντας τις μπύρες του στο καφενείο. Όπως μου εξήγησε απολογητικά η κυρά-Βασιλική, ο Θεοχάρης είχε αρνηθεί να καταναλώσει έστω και μια δραχμή από την αντιστασική σύνταξη και την κατέθετε ανελειπώς στην τράπεζα στο όνομα της μικρής του εγγονής, κόρης του Αντώνη. Με τα λόγια της κυρα-Βασιλικής (που κατανοούσε τον σύζυγο αλλά έδινε δίκιο στον γιο) μπήκαν όλα τα στοιχεία της ψηφίδας στη θέση τους.

Τελικά, όλοι έκαναν αυτό που έπρεπε και είχαν μάθει. Όσοι πολέμησαν τους κατακτητές κράτησαν την περηφάνεια τους. Όσοι δεν πολέμησαν, επιβίωσαν. Και τις «αποζημιώσεις» από τον αγώνα ή τις κακουχίες εκείνης της γενιάς, τις εισέπραξε και τις έφαγε εν’ πολλοίς η δική μας γενιά. Κακόμοιρο Δίστομο, κακόμοιρη Κάντανος... Κι επειδή κάποιοι θα πουν ότι μ’ αυτά υποστηρίζω να μη δώσει τις αποζημιώσεις η Γερμανία, απαντώ ότι λένε βλακείες. Να τις δώσει και πολύ καλά έκανε η κυβέρνηση που υποστήριξε επίσημα την προσφυγή για το Δίστομο. Απλώς μ’ ενοχλεί θανάσιμα η κυριαρχούσα άποψη, ότι αν σήμερα εισπράτταμε ως χώρα την αποζημίωση των αγώνων των παπούδων μας, θα λύναμε το πρόβλημα μας. Διότι η λογική αυτή παραποιεί φρικτά κάθε νόημα πατριωτισμού. Πατριωτισμός σήμερα κατάντησε να είναι, όχι να κάνουμε κάτι εμείς, αλλά να εισπράξουμε σε χρήμα αυτά που έκαναν οι παλιότεροι.

Κι αν ο μπάρμπας μου ο Θεοχάρης ρε κι ο κάθε μπάρμπας σας (αντί να πάρει το ντουφέκι και να βγει στο βουνό) καθόταν στον καναπέ του κι έλεγε ότι πατριωτισμός στην εποχή του ήταν να ζητήσει τις αποζημιώσεις από τη Γερμανία για την καταστροφή της Ελλάδας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τι θα ζητούσαν οι σημερινοί «πατριώτες»; Να συμφωνήσουμε κάτι; Να διεκδικήσουμε τις πολεμικές αποζημιώσεις από τη Μέρκελ, αλλά να δεσμευτούμε αν είμαστε μάγκες και πατριώτες πως ούτε ένα ευρώ απ’ αυτές δεν θα πάει στην κατανάλωση. Ούτε σε μισθούς, ούτε σε επιδόματα, ούτε σε συντάξεις. Να μείνει ως λογαριασμός αντιμετώπισης έκτακτης εθνικής ανάγκης στο μέλλον και να απαιτεί ομοφωνία της Βουλής για την αξιοποίηση του. Τη σημερινή μας κατάντια να την αντιμετωπίσουμε με τον δικό μας αγώνα, αφού αυτοί που ψηφίσαμε τα κάνανε έτσι. Αγώνας με όποιο τρόπο νομίζει ο καθένας μας. Κρεμώντας τον Παπανδρέου, γιαουρτώνοντας τον Σαμαρά, δουλεύοντας περισσότερο, καίγοντας το σύμπαν ή αποδεχόμενοι το ΔΝΤ και τις επιταγές του. Αλλά τη θεωρία ότι θα είμαι πατριώτης αν διεκδικήσω να αναπληρώσω το δώρο που έχασα, εξαργυρώνοντας τον αγώνα του Θεοχάρη το 1943 (που δεν έχασε τον 14ο μισθό αλλά ρίσκαρε την οικογένεια και τη ζωή του), να με συμπαθάτε... δεν την αποδέχομαι.

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Έγραψε ο Καβάφης για τους λαθρομετανάστες;


Πολυγραμμένο το λαθρομεταναστευτικό, δεν θα επανερχόμουν αν δεν διάβαζα το ποστ του «ανταποκριτή» του protagon στον Άγιο Παντελεήμονα (Τρίτη 11/1), στον οποίο μπαγκλαντέζος καταστηματάρχης δήλωσε: Εμείς πώς φτιάξαμε τα μαγαζιά μας; Έλληνες μας βοήθησαν! Ο κανονικός κόσμος, οι Έλληνες, δεν είναι ρατσιστές, είναι και πελάτες μας. Έπειτα ήρθαν οι αντιρατσιστικές οργανώσεις. Με όσα έκαναν, και με το τρόπο που χειρίστηκαν τις καταστάσεις αυτές οι οργανώσεις, ο κανονικός κόσμος σταμάτησε να μας αγαπά».

Οι οργανώσεις αυτές και η περιρρέουσα προοδευτικουριά (συγνώμη για τον βαρβαρισμό) σε ένα κρεσέντο «προοδευτικότητας» έδωσαν τα ρέστα τους με αφορμή την ανακοίνωση του Παπουτσή για φράχτη στον Έβρο, για ένα συρματόπλεγμα δηλαδή που κάθε σοβαρή χώρα δικαιούται και υποχρεούται να έχει στα σύνορά της, όταν αυτά έχουν καταστεί διάτρητα (τι να γίνει, δεν καταργήσαμε ακόμη τα σύνορα αφού η παγκόσμια επανάσταση και η εξ αυτής συναδέλφωση αργεί… λιγουλάκι).

Σε ένα κρεσέντο παραπληροφόρησης εξομοίωσαν το τείχος του Ισραήλ που χωρίζει ένα λαό στη γη του, το τείχος του Βερολίνου που χώρισε ένα έθνος και μια πόλη στα δύο, με τη νόμιμη φύλαξη των συνόρων μας. Κονταροχτυπώντας την πραγματικότητα, έβγαλαν άχρηστο το τείχος των ισπανών, παρότι μετανάστες από το Μαρόκο και την Αλγερία που μπήκαν από τον Έβρο, ερωτηθέντες πως και μας …καταδέχτηκαν, απάντησαν ότι πλέον λόγω του τείχους δεν μπορούν να εισέλθουν στην Ισπανία, και γι’ αυτό έκαναν βόλτα όλη την ανατολική μεσόγειο μέχρι να φτάσουν στον Έβρο.

Άχρηστο έβγαλαν και το τείχος της Αμερικής διερωτούμενοι γιατί πιστεύει η κυβέρνησή μας ότι θα πετύχει εκεί όπου αποτυγχάνει κοτζάμ Αμερική, με τα υψηλής τεχνολογίας υπερτείχη, πολλών εκατοντάδων χιλιομέτρων, στο Τέξας και την Αριζόνα; Ψεύδονται βέβαια καθώς οι ροές από την Νότια Αμερική δεν μηδενίστηκαν μεν, αλλά μειώθηκαν αξιοσημείωτα.

Άλλος, ούλτρα «προοδευτικός», γράφει: «Πολύ φοβόμαστε ότι η παράνομη μετανάστευση είναι απλώς το πρόσχημα και ότι μοναδικός στόχος της κυβέρνησης Παπανδρέου είναι η μετατόπιση της προσοχής της κοινής γνώμης από τη χρεοκοπία της οικονομικής πολιτικής της στην αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων» ( το διαβάζεις και αρχίζεις πλέον τα σκληρά).

Άλλος γράφει «Το τείχος του Έβρου έρχεται να κάνει ακόμα πιο βίαιο το καθεστώς εξαίρεσης που έχει επιβληθεί στα σύνορα. Ένα καθεστώς που δεν ακυρώνει μόνο τα δικαιώματα μεταναστών και προσφύγων, αλλά αναιρεί την ίδια την ιδιότητά τους ως ανθρώπων» (τα σκληρά δεν σου φτάνουν κι αρχίζεις τις ενέσεις)

Τρίτος, πασπαλισμένος με επίχρισμα αντιεξουσιαστικότητας, γράφει: «Το να υπερασπιστούμε λοιπόν αυτούς τους ανθρώπους … αποτελεί, ταυτόχρονα, έκφραση της άρνησής μας να γίνουμε συνένοχοι στη διαρκώς διογκούμενη κρατική βαρβαρότητα» (μόνο το να πέσεις σε λήθαργο σε σώζει).

Υπάρχουν βέβαια και οι ευαίσθητες ψυχές που εκφράζονται επικολυρικά , απαγγέλλοντας Καβάφη «μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη, ανεπαισθήτως με έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»
Ποιοι είναι αυτοί; Μα φυσικά οι «προοδευτικοί». Αυτοί που πριν 13 μήνες κατηγορούσαν τον Παπανδρέου γιατί ήταν αρκετά «διστακτικός» στις διατάξεις του νόμου για τις ελληνοποιήσεις αφού «έπρεπε να ελληνοποιείται αυτόματα κάθε εισερχόμενος και να του δίνει διαβατήριο να ταξιδεύει ανα τας Ευρώπας. (μπάτε σκύλοι αλέστε, δηλαδή).

Οι ίδιοι «προοδευτικοί» τάσσονται υπέρ του καρακιτσαριού των προπυλαίων, την ίδια στιγμή που έχουμε επιδημία κλεισίματος καταστημάτων ελλήνων εμπόρων, λόγω του μνημονίου αλλά και λόγω του ασύδοτου και αφορολόγητου μικρεμπορίου των λαθρομεταναστών (10δις χάνει το ελληνικό κράτος καθώς διαρρέουν από την Ελλάδα προς Ασία, Αφρική και Ανατολική Ευρώπη κάθε χρόνο, στραγγίζοντας την ελληνική οικονομία).

Οι ίδιοι θα αντιδρούσαν ακόμη και αν το κράτος ναύλωσε αεροσκάφη για να στείλει πίσω τους λαθρομετανάστες, όπως έκαναν και στο παρελθόν.

Δεν είναι επειδή αγαπάν τους μετανάστες. Δεν τους είδα να πάρουν και κανένα στο σπίτι τους να τον ταΐσουν όταν έμαθαν ότι οι δυστυχισμένοι αιχμαλωτίζουν σκυλιά και τα μαγειρεύουν για να χορτάσουν την πείνα τους. Απλώς βρήκαν μια ακόμη ευκαιρία να ικανοποιήσουν την αυταρέσκειά τους, να ρετουσάρουν φαντασιακά την επιγραφή «προοδευτικός» που έχουν κοτσάρει στην εικόνα τους, και βέβαια να καταγγείλουν για αναισθησία το - χρεωκοπημένο ήδη, άρα ανήμπορο για οτιδήποτε - κράτος. Το χρεωκοπημένο κράτος των 10 εκατομμυρίων από το οποίο απαιτούν να πάρει στις πλάτες του τις τύχες του τρίτου κόσμου.

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Το αντιπαραγωγικό κράτος

Του Κ. Καββαθά

Τις προάλλες, ο ορθολογικός Πάγκαλος ξεμπρόστιασε τους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων για την αντιπαραγωγικότητά τους. Φυσικά επειδή δεν είναι δυνατόν να στιγματίζεται κάποιος ως αντιπαραγωγικός αν δεν έχει έργο να επιτελέσει, διότι τότε θα ονομαζόταν άεργος και όχι αντιπαραγωγικός, αυτό που θα εννοούσε μάλλον ο αντι-πρόεδρος ήταν ότι οι αξιωματικοί αντί να παίζουν bingo στις λέσχες της Αθήνας, ίσως θα έπρεπε να κάνουν το ίδιο σε καμιά λέσχη της Κωνσταντινούπολης, ή των Τιράνων, για να δικαιολογούν και το μισθό τους.

Όταν το καλοσκέφτηκα, διαπίστωσα ότι είχε δίκαιο.

Γιατί λοιπόν το κράτος να συντηρεί στρατό, και αξιωματικούς και επιτελείς, γύρω στους 170,000 αν δεν μ’ εξαπατούν τα στοιχεία που διαρρέουν στο διαδίκτυο, αν δεν επρόκειτο ποτέ, ίσως και σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους να αξιοποιηθούνε καταλλήλως; Κι αυτό ας μείνει μεταξύ μας, δεν νομίζω να υπάρχει κανείς που θα ήθελε όλο αυτό το δυναμικό να αξιοποιείται καταλλήλως.

Από την άλλη μεριά, γιατί να πληρώνουμε βρε αδελφέ, τόσα ΜΑΤ, αν πρόκειται να αξιοποιηθούν σε μερικές μεμονωμένες περιπτώσεις όταν δηλαδή κάποιοι θα κατεβαίνουν κάπως πιο δυναμικά στο κέντρο; Πόσο παραγωγικοί είναι τελικά; Πόσο είναι το κόστος εργασίας ανά μονάδα έργου που παράγει ένας υπάλληλος των ΜΑΤ; Δέρνουν όλα τα ΜΑΤ; Όχι. Τότε γιατί να πληρώνουμε και όλους τους υπόλοιπους;

Μετά, το ερώτημα απευθύνεται και στους πυροσβέστες. Γιατί δηλαδή να έχουμε κι από μια πυροσβεστική σε κάθε γωνιά κι από δέκα σε κάθε πόλη; Πόσες φορές πιάνει φωτιά ένα σπίτι; Ειδικά στην Ελλάδα, που είναι όλα τσιμεντένια, σπάνια. Άρα, γιατί πρέπει να έχουμε πυροσβεστική; Δεν είναι αντιπαραγωγική σαν υπηρεσία; Είναι!

Αμ τα σχολειά! Εκεί να δεις. Είναι δυνατόν να απασχολεί το κράτος δεκάδες έως εκατοντάδες χιλιάδες δασκάλους και καθηγητές για 1+6+6+4 χρόνια για να μάθει το παιδί να συλλαβίζει και άντε το πολύ-πολύ να διαβάζει καμιά αθλητική; Και άντε, ας πούμε ότι κάποια παιδιά τα φωτίζει ο θεός και γίνονται γιατροί, γιατί εμείς να πρέπει να πληρώνουμε και για τα υπόλοιπα που δεν θα κάνουν τίποτε το παραγωγικό;

Είναι δυνατόν να συντηρούμε εμείς οι φορολογούμενοι αντιπαραγωγικές σχολές όπως φιλοσοφίας, ιστορίας, κοινωνιολογίας, και να μην υπάρχει ούτε μια σχολή επιχειρηματικότητας που να βγάζει επιχειρηματίες, το μόνο παραγωγικό και χρήσιμο κομμάτι της κοινωνίας; Πώς τους διέφυγε αυτή η αντίφαση των ορθολογικών εκσυγχρονιστών;

Γιατί να υπάρχουν ερευνητικά ιδρύματα; Τι είναι η γνώση, αν δεν υλοποιείται σε προϊόν που να πουλιέται πάραυτα σε Malls; Μπαρμπούτσαλα.

Γιατί στο κάτω κάτω να υπάρχει και Βουλή; Τι έργο παράγουν οι βουλευτές; Πόσο μάς στοιχίζει η ανάταση χειρός, αυτό το ‘ΝΑΙ” ή “ΟΧΙ” τέλος πάντων που χρειάζεται να πουν σε ψηφοφορίες με προαποφασισμένο αποτέλεσμα; Αφού έτσι κι αλλιώς ό,τι είναι να ψηφιστεί, θα ψηφιστεί. Γιατί να χρειαζόμαστε να συμβαίνει μέσα από μια πανάκριβη τελετουργία;

Εμ, κι ο Πρωθυπουργός! Πόσο παραγωγικός είναι ο άνθρωπος; Δεν θα μπορούσε τη δουλειά αυτή να την κάνει κάποιος πιστοποιημένος μεταφραστής, ο οποίος τουλάχιστον να γνώριζε ελληνικά;

Μ’ αυτά και με κείνα θεωρώ ότι ο Πάγκαλος είχε δίκαιο. Και αν με ρωτήσετε αν είναι και ο ίδιος παραγωγικός, θα σας απαντήσω ότι είναι και μάλιστα πολύ. Όχι σαν πολιτευτής φυσικά, αλλά σαν μια πρώτης τάξεως κοπρομηχανή…

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

Αλεξάκης: «Κατεβάστε και καμία ιδέα»

του Σταύρου Θεοδωράκη

Οι πορείες είχαν τελειώσει αλλά στους δρόμους υπήρχαν ακόμη αποκαΐδια. Ραντεβού, μου έδωσε στο κέντρο. «Για να επισκεφθώ πρώτα το μέτωπο», μου είχε πει. Τα γεγονότα δεν τα είχε ζήσει – ήταν στον Παρίσι, όταν ο Κορκονέας σκότωσε τον μαθητή – και ήθελε, από ότι φαίνεται, να μυρίσει λίγο τον αέρα της μάχης. Τελικά μου παρουσιάστηκε χαμογελαστός. Δεν τον περίμενα αλλά τώρα που το σκέφτομαι αυτόν τον άνθρωπο δεν τον έχω δει ποτέ συνοφρυωμένο. Πάντα ένα μικρό χαμόγελο τραυματίζει την εικόνα του σοβαρού διανοούμενου που έχουν οι Έλληνες γι’ αυτόν. Μόλις δώσαμε τα χέρια άρχισα τις ερωτήσεις.

Πως είδατε τον «ελληνικό Μάη».

- Η διαφορά είναι ότι η γενιά του Μάη του ’68 προέρχονταν από μια κοινωνία η οποία αμφισβητούσε ειλικρινά το μοντέλο της κατανάλωσης, το αμερικάνικο μοντέλο. Ενώ σήμερα καίνε το αυτοκίνητο του οποίου δεν έχουν τα κλειδιά. Είδαν τα κοκτέιλ μολότοφ σαν πιστωτικές κάρτες. Δεν μπορώ να μπω στο μαγαζί που έμπαινε η μάνα μου από την πόρτα, θα μπω από την τζαμαρία.

Σας θύμισε έστω την εξέγερση στα προάστια του Παρισιού;

- Όχι, μόνο η αφετηρία ήταν ίδια. Στο Παρίσι 2 νεκρά παιδιά, στην Αθήνα 1. Αλλά στην Γαλλία εξεγέρθηκαν, οι αποκλεισμένοι. Όταν έχεις πατέρα από τη Σενεγάλη ή από την Αλγερία πολύ δύσκολα σε προσλαμβάνουν οι επιχειρηματίες. Και στην τηλεόραση, δεν εμφανίζονται συχνά μαύροι ή έστω Άραβες. Εδώ όμως μαθαίνω ότι βγήκαν στους δρόμους τα παιδιά των γιατρών, των καθηγητών, των δικαστικών, τα παιδιά της Κυβέρνησης δηλαδή. Σίγουρα μέσα σε αυτόν τον κόσμο που έτρεχε στους δρόμους υπήρχαν και χιλιάδες άλλες περιπτώσεις.

Πάντως όντως δεν ξεκίνησε από τους αποκλεισμένους. Ο Αλέξανδρος άλλωστε έμενε στο Παλαιό Ψυχικό και η μητέρα του είχε χρυσοχοείο στον ακριβότερο δρόμο των Αθηνών.

-Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί συνέβησαν όλα αυτά. Πιστεύω ότι υπάρχει ένα διπλό δράμα εδώ. Δεν είμαι ψυχαναλυτής της νεολαίας αλλά αυτά τα παιδιά βρίσκονται σε αδιέξοδο. Το όνειρο ζωής που τους έχει πουλήσει η κοινωνία, η εύκολη οικονομική επιτυχία δηλαδή, βλέπουν ότι δεν μπορεί πλέον να πραγματοποιηθεί.

Η επιτυχίες του μπαμπά και της μαμάς δεν μπορούν να συνεχιστούν.

- Ακριβώς. Το πλαστό όνειρο, τα ακριβά αμάξια, οι εξωτικές διακοπές, απομακρύνονται.

Τα όσα φώναξαν τα παιδιά, πως τα βρίσκεται;

- Επειδή δεν θέλω να τα κολακέψω θα τους έλεγα ευθέως «κατεβάζετε τις τζαμαρίες εντάξει, αλλά κατεβάστε και καμία ιδέα». Δεν μπορώ να ακούω διαφορές ανοησίες που έλεγαν και οι γιαγιάδες μας για την αγάπη και το χωριό τους. Διαβάστε Αριστοτέλη, κάντε κάτι . Αλλά θα μου πείτε ο Καραμανλής δεν έχει ιδέα, στο Κοινοβούλιο δεν έχουν ιδέες, το ΠΑΣΟΚ δεν έχει ιδεολογία, ποιος θα πει κάτι καινούριο σε αυτή τη Χώρα;

Για πείτε μου εσείς κάτι καινούργιο.

-Να αρχίσουμε να κοιτάμε και πιο πέρα από τα ελληνικά σύνορα. Να δούμε ότι υπάρχει ένα δις πεινασμένοι. Να αποφασίσουμε να κάνουμε κάτι με τους μετανάστες μας. Να ζητήσουμε ψήφο από τα 16. Για όλα αυτά φώναξαν; Ή τουλάχιστον έκαψαν τα αυτοκίνητα που μολύνουν περισσότερο την ατμόσφαιρα, να γλιτώσουμε από αυτά τα θηριώδη τζιπ.

Φώναξαν κυρίως «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Αυτό ίσως που φώναζαν κάποτε και οι γονείς τους. Ωσάν οι «μπάτσοι» να είναι σήμερα, ο σημαντικότερος κρίκος της εξουσίας.

-Σε καμία περίπτωση. Λες και παίζουμε σε θέατρο σκιών. Δε θα προχωρήσουμε ποτέ δηλαδή; Απλώς θα καταλήξουμε να προσθέσουμε και μια παράσταση με τίτλο «Ο Καραγκιόζης κουκουλοφόρος»;

Σας ενόχλησαν οι κουκούλες;

-Το μόνο που με προβληματίζει με τις κουκούλες είναι ότι όλοι θα μπορούν να ισχυρίζονται ότι ήταν και αυτοί στα γεγονότα. Όλα αυτά, σε λίγο, θα γίνουν αναμνήσεις παλαιών πολεμιστών και ο καθένας θα λέει «ήμουν και εγώ εκεί».

Κάπως έτσι κύλησε η κουβέντα μου με τον συγγραφέα Βασίλη Αλεξάκη λίγες μέρες μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008. Δυο χρόνια από τότε δημοσιογράφοι, πολιτικοί, καθηγητές συνεχίζουν να κολακεύουν την «γενιά του Αλέξη» λέγοντας ψεύτικες ιστορίες και πουλώντας προστασία. Ένας καθηγητής δήλωσε ότι η νεολαία εξεγέρθηκε το 2008 γιατί διαισθάνθηκε την κρίση του 2010! Ένας πολιτικός φώναξε ότι είναι έτοιμος να μπει ο ίδιος φυλακή (sic) για τους αγώνες της νεολαίας! Ένας δημοσιογράφος έγραψε ότι η χούντα του ΔΝΤ θα σκοντάψει σε ένα Δεκέμβρη που θα θυμίζει έναν Νοέμβρη! Άρες μάρες κουκουνάρες δηλαδή που δεν θα είχαν καμία τύχη αν οι υπόλοιποι μπορούσαμε να συνομιλήσουμε οι ίδιοι με τη νέα γενιά. Δεν μπορούμε όμως. Οι περισσότεροι άλλωστε σε αυτή την κοινωνία – από τους πολιτικούς ηγέτες μέχρι τους γραφιάδες και από τους συνδικαλιστές μέχρι τους διανοούμενους –είναι ή μάλλον είμαστε αφοσιωμένοι στην προσπάθεια να σώσουμε το τομάρι μας. Και αφήνουμε τους γεροντοέφηβους να απλώνουν χέρι, αντί - όπως θα έλεγε και ο Αλεξάκης – να τους το κόψουμε.

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

Δες κάτι αστείο

Του Γιάννη Καλαμίτση


Εσυ, μου είπε ο διευθυντής μου, θα γράφεις αστεία χρονογραφήματα, για αστεία πράγματα. Τα σοβαρά θα τα γράφουν άλλοι! Το δέχομαι και πολύ ευχαρίστως!

Δες λοιπόν κάτι αστείο: σαν σήμερα πέθανε ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης. Το 1912. Πού είναι το αστείο; Οχι στο ότι πέθανε, αλλά στο πώς! Σκοτώθηκε, σε πόλεμο, υπερασπιζόμενος την Πατρίδα. Δεν έχει πλάκα, σήμερα, 2010, να λες πως κάποιος έπεσε υπέρ Πατρίδος, όταν ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης χαρακτηρίζει όσους είναι στις Ενοπλες Δυνάμεις τουλάχιστον ως «μη παραγωγικούς»;

Ο Μαβίλης ήταν από πλούσια οικογένεια και έγραφε ποιήματα. Στον Βαλκανικό πόλεμο του 1912, παρά τα 53 του χρόνια, κατετάγη ...

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Εγώ δεν ήμουν στο Πολυτεχνείο!

Αρθρο του 2007
απο τον ΠΙΤΣΙΡΙΚΟ

Κι όμως, υπάρχει κάτι που έχει αλλάξει στη χώρα μας. Επί χρόνια άκουγες διάφορους να εκστομίζουν τη φράση «ήμουν κι εγώ στο Πολυτεχνείο». Το έλεγαν μάλιστα με ύφος «τι να σου λέω τώρα, δεν θέλω να μιλάω γι’ αυτά» και άφηναν έναν αναστεναγμό – τον αναστεναγμό του πληγωμένου αριστερού που είδε τα όνειρά του για έναν καλύτερο κόσμο να γίνονται συντρίμμια.

Αν πιστέψουμε όλους αυτούς που κατά καιρούς έχουν δηλώσει πως βρίσκονταν εκεί τις ιστορικές και τραγικές μέρες του Νοέμβρη του ’73, μέσα στο Πολυτεχνείο θα πρέπει να βρίσκονταν γύρω στα 3 εκατομμύρια άτομα.

Βέβαια, η γενιά του Πολυτεχνείου δεν ήταν στο Πολυτεχνείο – η γενιά του Πολυτεχνείου ήταν αραγμένη στο σπίτι της, όπως ακριβώς και η σημερινή. Στο Πολυτεχνείο βρίσκονταν μερικές εκατοντάδες όμορφοι νέοι. Τα τελευταία χρόνια, όλο και λιγότεροι δηλώνουν πως βρίσκονταν στο Πολυτεχνείο – δεν πουλάει πια.

Δεν θα αργήσει η μέρα που κάποιος θα δηλώσει δημοσίως «εγώ δεν ήμουν στο Πολυτεχνείο» - σαν αυτό να είναι ένδειξη εντιμότητας και αθωότητας- και το κοινό θα τον αποθεώσει. Κι αυτοί, που αποδεδειγμένα βρίσκονταν εκεί, θα το κρύβουν για να μην …παρεξηγηθούν. Αν θέλεις να απαξιώσεις κάποιον, θα του λες «Εσύ μη μιλάς! Ήσουν στο Πολυτεχνείο!». Σημεία των καιρών.

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Το σοφό μήνυμα

του Ανδρέα Πετρουλάκη

Ένας ακροδεξιός στα Γρεβενά παίρνει τηλέφωνο έναν του ΚΚΕ στην Αριδαία και έναν του Κουβέλη στα Χανιά και τους ρωτάει τι θα ψηφίσουν ώστε ανάλογα να αποφασίσει τι θα ψηφίσει κι ο ίδιος. Ένας δεξιός στα Σούρμενα συνεννοείται με έναν αντιεξουσιαστή στα Εξάρχεια και έναν πασόκο στη Φολέγανδρο για το αν θα πάνε να ψηφίσουν και τι ο καθένας τους. Σε όλη τη Ελλάδα έχουν ανάψει τα τηλέφωνα ώστε οι πολίτες, ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων, να συντονίσουν την ψήφο τους για να δημιουργηθεί το κατάλληλο μίγμα στα τελικά αποτελέσματα το οποίο θα στείλει το σωστό για την περίσταση μήνυμα προς την κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Όσο αλήθεια είναι όλα αυτά τόσο υπαρκτή είναι αυτή η θεμελιώδης βλακεία που ακούμε επί τετραετίες για τον σοφό λαό που ψηφίζει σοφά. Και στέλνει το άλλο ανύπαρκτο πράγμα, αυτό που ονομάζουμε μήνυμα, το οποίο όπως όλοι καταλαβαίνουμε είναι επίσης σοφό.

Η κολακεία του λαού από τα κόμματα δεν έχει όρια. Είναι όμως άλλο πράγμα σε μια δημοκρατία να σέβεσαι με ευλάβεια τη λαϊκή ψήφο ό,τι αποτέλεσμα και αν παραγάγει, και άλλο πράγμα της δίνεις υπόσταση θεϊκής νομοτέλειας. Άλλο πράγμα να πιστεύεις ότι ο λαός είναι κυρίαρχος και άλλο να πιστεύεις ότι είναι σοφός. Και αντί να αποδέχεσαι την απλή αλήθεια ότι ανάμεσα στους πολίτες υπάρχει πανσπερμία απόψεων, γνώσεων, προβλημάτων, στάσεων ζωής, επιρροών, εμμονών, ιδιαιτεροτήτων και όλων αυτών των πραγμάτων, τέλος πάντων, που ωθούν κάποιον να ψηφίσει έτσι ή αλλιώς, μιλάς σαν το εκλογικό σώμα να είναι μονοπρόσωπο, μονοσήμαντο, και σοφό βεβαίως.

Και αφού αρχίσει το ένα ψέμα ακολουθούν αβίαστα τα επόμενα. Διαλέγεις το κομμάτι του αποτελέσματος που ταιριάζει με την προαποφασισμένη πολιτική ερμηνεία που θα δώσεις θεωρώντας το επίσης μονοσήμαντο. Οι άλλοι διαλέγουν τα υπόλοιπα κομμάτια με τα ίδια κριτήρια και αρχίζει το κανονικό δούλεμα, δηλαδή οι παράλληλοι μονόλογοι ευχαριστημένων κωφών και ανέπαφων με την συνολική πραγματικότητα , αυτό δηλαδή που έχουμε μάθει αδιαμαρτύρητα να ονομάζουμε πολιτικό διάλογο.

Στο μεταξύ ο σοφός μπορεί να απέχει των εκλογών σε ποσοστά μέχρι 60% (ξεπερνώντας τον «αφελή» και « απολίτικο» αμερικανικό λαό) και να ψηφίζει το ίδιο καλά Ποδηλάτες και Χρυσή Αυγή, Ψινάκη και Καμίνη, Ψωμιάδη και Μπουτάρη. Και αντί οι πολιτικοί να κάνουν το αυτονόητο, να αναγνωρίσουν δηλαδή τα υπαρκτά πλειοψηφικά και μειοψηφικά ρεύματα που δημιουργεί κάθε φορά η πολιτική συγκυρία και να προσπαθήσουν να τα ερμηνεύσουν στην ποικιλία τους, αναγνωρίζοντας την περιπλοκότητα που έχει η κοινωνία, ο λαός της και η ίδια η ζωή, τα βάζουν όλα στην ίδια μασχάλη του κολοβού μηνύματος. Ας προσέξουν όμως γιατί ο σοφός αν κάτι έχει αρχίσει πραγματικά να συνειδητοποιεί, ό,τι κι αν ψήφισε, είναι ότι οι πολιτικοί του και τα εργαλεία επικοινωνίας τους έχουν ξεπεραστεί.

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

«Ξύπνησαν οι σκλάβοι, Αντωνάκη»

του Γιώργου Λακόπουλου

Ποιος κέρδισε σ' αυτές τις εκλογές; Απάντηση: όλοι! Όλα τα κόμματα; Όχι. Όλοι οι πολίτες! Ή μάλλον όλοι οι πολίτες που για πρώτη φορά έδειξαν ότι απογαλακτίζονται από τους κομματικούς μηχανισμούς της Μεταπολίτευσης. Αυτοί οι μηχανισμοί τους κρατούσαν αιχμάλωτους. Όριζαν τη σκέψη και την κρίση τους. Τους απαγόρευσαν πως θα συμπεριφερθούν στο δημόσιο χώρο και πως θα ψηφίσουν. Τους έβαζαν μπροστά σε κατασκευασμένα διλλήματα και τόση εξαγόρασαν με το δημόσιο χρήμα που προορίζονταν για άλλους σκοπούς. Τους έκαναν πλύση εγκέφαλου με ψεύτικους διαχωρισμούς μετεμφυλιακής έμπνευσης της. Και τους καλλιεργούσαν έννοιες όπως «κομματικό καθήκον», «παραταξιακή συνείδηση», πάνω στις οποίες, στηθήκαν κομματικά οικοδομήματα -μέσα στα όποια εγκαταστάθηκαν κομματικά κωθώνια.


Αν διαβάσει κάνεις διαφορετικά το αποτέλεσμα τις Κυριακής θα καταλήξει στην ατάκα της Μάρως Κοντού προς τον Γιώργο Κωνσταντίνου: «Ξύπνησαν οι σκλάβοι Αντωνάκη». Δεν εννόησε τον Σαμαρά -αλλά θα μπορούσε να εννοεί ολόκληρη την κομματική αριστοκρατία της Κληρονομικής Δημοκρατίας που εγκαταστάθηκε στη χώρα εδώ και πολλές δεκαετίας. Για πρώτη φορά οι πολίτες αρνήθηκαν να γίνουν μέρος του κομματικού προβλήματος της χώρας. Έστω και δια της αποχής.

Δεν είναι ευχάριστο -και δεν είναι και τόσο καλό για τη Δημοκρατία αν συνεχιστεί- ότι αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στο έργο «οι καλοί οι καλοί και οι άσχημοι». Ήταν όμως ένας τρόπος να δείξουν στα κομματικά μαγαζιά ότι δεν μπορούν να τους υπολογίζουν πλέον ως πελατεία τους. Η αποχή ήταν συνειδητή, ήταν πολιτική και ήταν στερεη ως απόφαση. Ακόμη και αν σε ορισμένες πλευρές της μπορεί να διακρίνει κάνεις ακόμη και αντικοινοβουλευτικές διαθέσεις.

Η πρώτη ομάδα αντίστασης είναι αυτή που δε πήγε στην κάλπη. Η δεύτερη είναι αυτή που πήγε αλλά χωρίς το ψηφοδέλτιο στον κόρφο. Τα ποσοστά που συγκέντρωσαν οι κομματικοί υποψήφιοι πανελλαδικά, είναι τα χαμηλότερα από ποτέ. Τα δήθεν φαβορί δοκίμασαν δυσάρεστες εκπλήξεις και οι «χαμένοι από χέρι» θα βρίσκονται από τον Ιανουάριο στα δημοτικά συμβούλια. Για πρώτη φορά θα χρειαστούν τόσες επαναληπτικές εκλογές για να βγουν δήμαρχοι και φυσικά εντυπωσιάζει ότι η ρευστότητα στην εκλογές περιφερειαρχών. Ας αφήσουμε τις στημένες παραστάσεις ικανοποίησης. Ήταν φαιδρό φαινόμενο να πανηγυρίζει η ΝΔ γιατί πήρε …20% στην Αττική. Όσο για το ΠΑΣΟΚ θα έπαιρνε λιγότερο χωρίς τη λιτή και πάντως απολύτως αυτοδιοίκητη υποψηφιότητα του Γιάννη Σγουρού που έσωσε την παρτίδα αποκλειστικά με το ύφος της προσωπικής παρουσίας του.

Συμπέρασμα. Οι ψηφοφόροι αρχίζουν σιγά να γίνονται πολίτες.

Το αποτέλεσμα της Κυριακής έδειξε ότι κάτι αρχίζει να αλλάζει στη βάση της κοινωνίας, η τουλάχιστον στις συμπεριφορές του εκλογικού σώματος. Μόνο που όπως συμβαίνει με όλες τις αλλαγές, υπάρχουν κίνδυνοι η να οδηγηθούν σε πισωγύρισμα, η να εξελιχτούν σε λάθος κατευθύνσεις, αν δεν πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους οι κατάλληλοι άνθρωποι. Όποιος δεν το πιστεύει ας μελετήσει λίγο τα αποτελέσματα στα εκλογικά τμήματα της περιοχής του Άγιου Παντελεήμονα.

Απέχω, άρα υπάρχω

της Μαρίας Χούκλη

Γιατί όλοι οι πολιτικοί όλων των κομματικών εκφάνσεων τρέμουν τόσο πολύ την αποχή;

Τους παρατηρούσα το βράδυ των εκλογών. Φώναζαν, επιχειρηματολογούσαν, ερμήνευαν, παρερμήνευαν, ειρωνεύονταν, υπεξέφευγαν, έδιναν λιγότερο ή περισσότερο συμπαθητικές παραστάσεις. Για να υπερασπιστούν τα ποσοστά του κόμματός τους ή για να αμφισβητήσουν τα ποσοστά των αντιπάλων τους. Όταν όμως έφθανε η συζήτηση στο θέμα της αποχής, όλοι γλύκαιναν, χαμήλωναν τον τόνο της φωνής τους, έπαιρναν στεναχωρημένο ύφος, έμοιαζαν με γονείς που δείχνουν κατανόηση για το προβληματικό παιδί τους και το «ολίσθημά» του.

Διαβεβαίωναν ότι είναι έτοιμοι να αφουγκραστούν την ηθελημένη απουσία του κόσμου από την κάλπη και τι σημαίνει. Μετά δυσκολίας έκρυβαν την ανησυχία τους για την εκτροπή από το «πολιτικά λογικό και αυτονόητο». Για την απόδραση, την αμφισβήτηση και ανυπακοή των πολιτών. Ωστόσο γρήγορα έβρισκαν την αυτοκυριαρχία τους και ανεβάζοντας μια κλίμακα τον τόνο της φωνής τους, παρέδιδαν μαθήματα δημοκρατίας: «δεν είναι πολιτική στάση η αποχή, πρέπει να ψηφίζετε και ας ψηφίζετε ο,τι να ναι». Μόνο το «σας παρακαλούμε» έλειπε αλλά σχεδόν το υπονοούσαν.

Γιατί όλοι οι πολιτικοί όλων των κομματικών εκφάνσεων τρέμουν τόσο πολύ την αποχή; Να έχουν διαβάσει το Περί φωτίσεως του Σαραμάγκου λίγο δύσκολο το βλέπω. Ο προφητικός Πορτογάλος έστησε το μύθο του με αφορμή κάποιες δημοτικές εκλογές, κάπου, κάποτε και έβαλε έναν λαό να ψηφίζει κατά 70% λευκό προκαλώντας σοκ στην πολιτική ηγεσία του τόπου, η οποία φοβισμένη από το αποτέλεσμα, προκηρύσσει επανάληψη των εκλογών. Αυτή τη φορά η λευκή ψήφος αγγίζει το 83%. Η κυβέρνηση θορυβημένη , χαρακτηρίζει την στάση των πολιτών «καθαρή και απροκάλυπτη τρομοκρατία», αναστέλλει το Σύνταγμα και κηρύσσει στρατιωτικό νόμο. Εγκαταλείπει την πόλη μαζί με τις αρχές ασφαλείας, νομίζοντας ότι θα προκληθεί χάος. Η πόλη όμως θα λειτουργήσει: οι κάτοικοι θα αυτο-οργανωθούν και η κοινωνία θα επιβιώσει. Οι ιθύνοντες πανικόβλητοι, επιστρέφουν και με τους πάσης φύσεως μηχανισμούς θα επαναφέρουν τη «δημοκρατική ομαλότητα».

Η αποχή από τις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου δεν είναι μυθιστόρημα και δεν ξέρουμε ούτε τη συνέχεια ούτε το τέλος. Αλλά αυτή τη φορά ακούστηκε πιο δυνατά από ποτέ η εκκωφαντική σιωπή «ορφανών» πολιτικών υποκειμένων που νιώθουν εντός, εκτός και επί τα αυτά. Ποιος θα διαβάσει σωστά την «αλληλουχία των κρυφών μηνυμάτων» του 40%;

Έλεος, όχι άλλοι μάγειροι!

του Δημήτρη Καμπουράκη

Εμένα μ’ αρέσει το φαγητό. Φαίνεται εξ’ άλλου, χοντρός είμαι. Αλλά αυτό που συμβαίνει το τελευταίο διάστημα στην τηλεόραση ξεπερνά και τους χοντρούς και τους τετράπαχους και τους τόφαλους. Όλοι μαγειρεύουν. Παντού κατσαρόλες, τηγάνια, τετζερέδια, μπλάστες και εκατό λογιών κουταλοπήρουνα. Όπου γυρίσω το μάτι μου βλέπω πλεξούδες από σκόρδα, σακιά από πατάτες, λεκάνες με ζυμάρια, σπαλομπριζόλες και γαριδοκαραβίδες. Τι στο καλό έπαθαν όλοι τους και σκύψανε με τόση ευλάβεια πάνω στα πολυμίξερ και τις γκαζιέρες; Πότε έγινε της μόδας να είσαι μάγερας και δεν το κατάλαβα; Από παντού ξεπροβάλλουν στρατιές μελλοντικών βασιλιάδων της κουζίνας έτοιμοι να σφάξουν ο ένας τον άλλον σαν αρνί του Πάσχα μπροστά στους πεινασμένους τηλεθεατές. Κρατάνε στα χέρια τους μακριά μαχαίρια και γυαλιστερές κουτάλες και καταγίνονται με κάτι αλλόκοτα υλικά που πρώτη φορά τ’ ακούω. Σαν το φινόκιο. Τι είναι ρε παιδιά αυτό το φινόκιο; Ό,τι φαγητό κι αν φτιάξουν, φινόκιο τού ρίχνουν.


Συγνώμη αλλά από πότε τα γεμάτα σάλτσες χέρια, οι καταλαδωμένες ποδιές και η τηγανίλα της κουζίνας έγιναν τόσο in; Μη με παρεξηγήσετε, έντιμη, συμπαθέστατη και χρησιμότατη δουλειά είναι, απλώς αναρωτιέμαι πως ξαφνικά εκτοξεύτηκε στον γαλαξία της πιο top γκλαμουριάς της ελληνικής κοινωνίας. Ποιος διεστραμμένος μετέτρεψε τις γραβιέρες, τα σέσκουλα, τα άνιθα, τις πέρκες, τους μπακαλιάρους και τις σηκωταριές στο απόλυτο Greek Dream; Τι παράκρουση είναι αυτή πάλι; Από πού ξεφύτρωσαν όλες αυτές οι ξύστες, τα χαβάνια, τα σουρωτήρια, τα χτυπητήρια και τα μπακιρικά που μπήκαν στη ζωή μας; Τι μανία τους έπιασε άντρες-γυναίκες και θέλουν σώνει και καλά να γίνουν ταβερνιάρηδες; Κάτι σωματαράδες μουσάτοι, κάτι ντιρέκια ως εκεί πάνω, αντί να καβαλήσουν μια 900κοσάρα μηχανή και να βγουν για γκόμενες, ζώνονται τις καρό ποδιές και σουφρώνουν τα χειλάκια τους σαν τη θειά μου τη Φιφίκα όταν δοκιμάζει τους μπουμπουριστούς χοχλιούς της. Και μη χειρότερα. Πού ξανακούστηκε να στέκονται δώδεκα νοματαίοι πάνω από ένα μίξερ και να κουβεντιάζουν με τις ώρες πόσο αραιή πρέπει να ‘ναι η μαρέγκα; Και αφού αποφουρνίσουν, να τρώγονται μεταξύ τους σαν τις Κατίνες διότι δεν ψήστηκε καλά η ζύμη της τάρτας, δεν έδεσε καλά η μπεσαμέλ και δεν ήταν αρκετά τραγανό το φινόκιο. Και τι στο διάολο είναι αυτό το φινόκιο τέλος πάντων; Ψάρι, τυρί ή αγριόχορτο;

Μπορεί κάποιος να μου πει τι σημαίνει «έντιμο αλλά άχρωμο πιάτο»; Δηλαδή, για να ψήσει κάποιος μια ρημαδιασμένη μερίδα φαγητό, πρέπει να έχει σπουδάσει στη σχολή καλών τεχνών του Μετσοβίου και για να τη σερβίρει πρέπει να έχει διδακτορικό διακόσμησης εσωτερικού χώρου από τη Φλωρεντία; Γιατί ένα μπιφτέκι με πατάτες και λίγη σαλάτα, θα πρέπει να είναι σαν μεσαιωνικό φρούριο; Γιατί η μουστάρδα στην άκρη πρέπει να ζωγραφίζει τη Μόνα Λίζα; Και γιατί οι αστακοί πρέπει να στέκονται όρθιοι στην πιατέλα και να σπρώχνονται με τις κεραίες τους σαν το άγαλμα της Πλατείας Κλαυθμώνος; Με ποια λογική, μόλις ξαπλώσει ο αστακός πάνω στα μακαρόνια, ο μάγειρος βγαίνει άχρηστος και βάζει τα κλάματα; Άσε αυτά τα κλάματα. Μα καλά, δεν ντρέπονται λιγάκι; Κοτζάμ μαντράχαλοι και μεγάλες γυναίκες, να μιξοκλαίνε όλοι μαζί σαν νήπια επειδή φοβούνται μήπως τους διώξουν από την κουζίνα; Μέχρι προχθές, ο άντρας δεν έμπαινε στην κουζίνα ακόμα κι αν του ‘βαζες πιστόλι στην πλάτη, ενώ η γυναίκα έκανε αμάν να βγει από κει μέσα και να κάτσει πέντε λεπτά στο σαλόνι. Τώρα τι τους έπιασε όλους και αλυσοδένονται στους πάγκους της σαν τους ακτιβιστές της Greene Peace, μήπως και τους αφαιρέσουν το δικαίωμα να χτυπάνε αυγολέμονα και να πλάθουν κουλουράκια; Κάνουν από πάνω και εθνικοπατριωτικές δηλώσεις του τύπου: «Θα δώσω και την τελευταία ρανίδα του αίματος μου για να παραμείνω».

Πού να παραμείνεις ρε μεγάλε; Φόρεσες έναν χρυσό κρίκο στ’ αυτί σαν πειρατής τού Καβαδία, έδεσες μαύρο μαντήλι στο ξυρισμένο κεφάλι σου, έβγαλες δυο στιγματισμένα μαύρα μπράτσα που αρρώστιες τα ‘χουνε τσακίσει τροπικές, μόνο και μόνο για να σερβίρεις κρεμ μπρουλέ; Και σε πιάνουν τα υπαρξιακά σου επειδή δε μπόρεσες να ψιλοκόψεις το κρεμμύδι σε πέντε κινήσεις; Ου να χαθείς ρε, που τρώς γεμάτος αγωνία τα νύχια σου, όσο ο τύπος της επιτροπής δοκιμάζει «το πιάτο σου». Τόση περηφάνια πια γι’ αυτό το «πιάτο σου» δεν έδειχνε ούτε ο μπάρμπας μου ο Στεφανής όταν μιλούσε για το παράσημο του στην Αλβανία. Είπαμε, αλλάζουν οι εποχές αλλά είστε σίγουροι ότι αποτελεί πρόοδο να τραγουδάμε «μην βροντοχτυπάς τις χάντρες, η φουφού κάνει τους άντρες»;

Αμ αυτές οι επιτροπές με τους σεφ; Τι στυλάκι είναι πάλι τούτο που πλασάρουν; Ο καθένας χωριστά μπορεί να είναι συμπαθέστατος, αλλά όλοι μαζί είναι ανυπόφοροι. Κι αν το στυλ δεν είναι δική τους επιλογή αλλά του τηλεοπτικού concept, τότε το concept είναι για σφαλιάρες. Εντάξει, ξέρω ότι οι καιροί του αντικομφορμισμού έχουν παρέλθει και ότι ξαναγυρίσαμε στην κοινωνία της ιεραρχίας, αλλά υπάρχουν και όρια βρε αδερφέ. Τι είναι αυτό το στήσιμο δηλαδή; Όρθιοι, ακίνητοι, ανέκφραστοι, να περιμένουν τον μελλοθάνατο που τους πλησιάζει κάτωχρος με την ψητή κολοχτύπα του ανά χείρας. Χαλαρώστε λίγο, μάγειρο κρίνετε, όχι κανέναν αρχιπεζοναύτη που θα στείλετε σε αποστολή αυτοκτονίας στα μετόπισθεν του εχθρού. Κι εσύ ρε συφοριασμένε διαγωνιζόμενε, γιατί τρέμεις έτσι μπροστά τους; Σεφ είναι, όχι επιτροπή των Ες-Ες στο Άουσβιτς. Τον πουρέ που έφτιαξες θα βαθμολογήσουν, δε σε πάνε για εκτέλεση. Γιατί κλείνεις γεμάτος απελπισία τα μάτια σου, όταν ο ανακριτής πλαταγιάζει τη γλώσσα του διαπιστώνοντας με υποδόρια απέχθεια ότι κάποιοι κόκκοι ζάχαρης δεν έχουν διαλυθεί και κάνουν «κρίτσι-κρίτσι»; Σιγά πια, ζάχαρη είναι κρίτσι-κρίτσι θα κάνει. Αλλά τι στο διάολο ζητά η ζάχαρη στον πουρέ, μωρέ; Φαί έφτιαξες ή γλυκό; Νάσου πάλι και κείνο το φινόκιο; Έβαλες φινόκιο και στον πουρέ; Που το μάθατε όλοι σας το φινόκιο ρε κι εγώ δεν το ‘ξερα;

Αφήστε πια εκείνο το φτύσιμο της μπουκιάς. Στην Κρήτη, αν πας στο σπίτι κάποιου και φτύσεις το φαί που θα σου σερβίρει, θα κατέβεις κουτρουβαλώντας τη σκάλα. Από την άλλη, για μπείτε και στη θέση των κριτών. Αν εμένα μου βάζανε σαράντα πιάτα μπροστά μου κι έτρωγα πρώτα γαρίδες, μετά φασολάδα, μετά μακαρόνια με τυρί, μετά κρέμα καραμελέ, μετά αρνίσια παϊδάκια, μετά ανθότυρο με μέλι και συνέχιζα με μπριάμ, σαλάτα καραμελωμένων φουντουκιών, σνίτσελ πεσκανδρίτσας, ντολμάδες με γιαούρτι, μους σοκολάτας κι έπειτα μπουγιαμπέσα και κοκκινιστό κουνέλι, για να καταλήξω σ’ ένα γαλακτομπούρεκο και σε μπακαλιάρο σκορδαλιά, να με συμπαθάτε αλλά θα έτρεχα κατ’ ευθείαν στη λεκάνη να ξεράσω. Οπότε πάλι ευγενικοί είναι που το φτύνουν στη σακούλα των σκουπιδιών.

Λοιπόν, αυτή ιστορία με τους χιλιάδες υποψήφιους μαγείρους, τις χύτρες, τις ηλεκτρικές κουζίνες στη σειρά, τις κρέμες, τα σέλινα, τις αρχιτεκτονικές της καραβίδας, τους πανηγυρισμούς της πετυχημένης ψαρόσουπας και τα κλάματα του κακοψημένου μπουρεκιού, πρέπει να τελειώσει το συντομότερο. Αν η βουλιμία είναι απόδειξη κατάθλιψης, η εθνική βουλιμία τι είναι άραγε; Ας ρίξουμε και μια ματιά στα ψιλά γράμματα της ιστορίας. Πάντα οι αγροίκοι κατακτητές των παρακμασμένων αυτοκρατοριών, πάθαιναν πλάκα από τις γευστικές επιδόσεις των παχύσαρκων ράθυμων ηττημένων. Και μη μου αρχίσει η αγαπημένη μου Λαμπρία ή οι φίλοι μου Μαμαλάκης και Σκαρμούτσος τις θεωρίες ότι δεν εκτιμώ την τέχνη της γεύσης ή την παράδοση την κουζίνας, ότι δεν διαθέτω αισθητική ή ότι υποστηρίζω το άθλιο πρότυπο του άντρα-αφέντη και της γυναίκας-δούλας. Και τις γνώσεις τους θαυμάζω και στην τέχνη τους υποκλίνομαι και το φαγητό τους τρώω όπου το πετύχω και συχνότατα ρίχνω κανένα κοτόπουλο με πατάτες στο ταψί μου όταν πεινάω. Οι υπερβολές μ’ ενοχλούν. Εκτιμώ την μαγειρική, αλλά όταν έχει το ειδικό βάρος που της αναλογεί στη ζωή μας. Δε μπορώ να κολυμπώ όλη μέρα σ’ έναν ωκεανό από σάλτσες και λιωμένα τυριά. Μπουκώνω, μπουχτίζω, με πιάνουν καούρες. Έχω κι αυτό το άτιμο το φινόκιο που δεν ξέρω αν είναι τυρί, κρέας ή ψάρι…

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Δεν κατάλαβα τίποτα!

της Ρέας Βιτάλη

Το έχετε πάθει και σεις…Δεν μπορεί! Σ΄όλους έχει συμβεί κάποτε…Είσαι σε μια παρέα, κάποιος λέει ένα ανέκδοτο, οι άλλοι σκάνε στα γέλια και σεις δεν έχετε πιάσει το αστείο. Κοιτάτε δεξιά, αριστερά…Δεν μπορεί! Τόσο που γελάνε κάτι αστείο ελέχθη…Και σκάτε και σεις στα γέλια. Σαν ηλίθιος! Ενώ δεν έχετε καταλάβει τίποτα.


Αυτό έπαθα χθες. Όλοι λένε κατάλαβαν και πήραν το μήνυμα…Εγώ…Να πω τη μαύρη αλήθεια δεν κατάλαβα τίποτα…Να μη σου πω μπερδεύτηκα χειρότερα.

Γενικώς παθαίνω στις εκλογικές αναμετρήσεις μπέρδεμα. Να για παράδειγμα όταν ο Καραμανλής ο νεώτερος ο βλοσυρός φώναζε «επανίδρυση του κράτους»…Αν κρίνω από το ποσοστό θριάμβου και κοιτάζοντας το έργο προς τα πίσω διαπιστώνω ότι για «επανίδρυση» σκίστηκαν και τα λαμόγια. Σκίστηκαν και τα ρεμάλια που έγραφαν υπερωρίες που δεν έκαναν, έπαιρναν επιδόματα που δεν δικαιούνταν, δούλευαν και δεν δούλευαν ή κανονικά «μας δούλευαν»…Και έτρεξαν για «επανίδρυση»…Τέτοιο ποσοστό! Δρασκελάω τα αποτελέσματα μετά τις φωτιές στην Ηλεία και προχωρώ στο Γεώργιο Παπανδρέου. Δήλωσε «λεφτά υπάρχουν» και θριάμβευσε…Τι να καταλάβω τώρα εγώ; Τι μήνυμα να πάρω; Δηλαδή υπήρχε κόσμος που ήθελε και άλλα λεφτά; Στα πόσα θα χόρταινε; Ή υπήρχαν άνθρωποι τόσοι πολλοί με χιούμορ που έπιαναν το τρικ ότι λεφτά υπάρχουν αν δεις πόσα ξοδεύτηκαν για το κανάλι της Βουλής ας πούμε ή για τον ΟΣΕ ή για την ΕΡΤ ή για εκδρομές των Καπη στο εξωτερικό που η Βουλγαρία στοιχίζει όσο πεντάστερο στη Γροιλανδία; Ή, ή…Κι αν το «έπιαναν» το υπονοούμενο, τι ζητούσαν μετά ; Δώσε τα λεφτά που υπάρχουν και σκάσε ή δώστα στη σωστή κατεύθυνση και στην υγιή πλευρά των πολιτών κι ας μου στερήσεις την σαχλοχλιδή της απατεωνιάς μου (που απολαμβάνω χρόνια ως ανέντιμος –που με ανέθρεψες- ); Ή γενικά και αόριστα «λεφτά υπάρχουν» δώστα! Με την ευκολία που ανώμαλος κουνάει καραμέλα σε παιδάκι και την γραπώνει στον αέρα; Τι απ΄όλα;

Στα χθεσινά αποτελέσματα δεν κατάλαβα τίποτα. Η κατάσταση ήταν έτσι κι αλλιώς μπερδεμένη από την αρχή. Αφού δεν έβγαλα κιχ ως κομμάτι της έντιμης πλευράς λαού αν και άλλαξε η ζωή μου από την μια μέρα στην άλλη γιατί με απειλούσε με τιμωρία ο ΓΑΠ. Και πόσο πιο πειθαρχημένη με θέλει το σύστημα; Να φοράω και ομοιόχρωμη στολή; Και πώς να του δείξω την εμπιστοσύνη (έστω και απελπισμένη εμπιστοσύνη) τελικά; Να του δώσω φιλί με γλώσσα; Και για την κατάντια της Αθήνας που να στείλω το ρημαδοπακέτο της απογοήτευσής μου; Ή να μη θίξω θέμα Αθήνας σε εκλογές που αφορούν την Αθήνα; Και αν κρίνω από τους ψήφους του Κακλαμάνη…Δηλαδή υπήρξαν και άνθρωποι που ήταν ευχαριστημένοι με τον Κακλαμάνη; Και τον είδαν να μιλάει με τέτοια έπαρση και σνομπισμό και πήγαν ωστόσο και τον ψήφισαν; Και στο βορρά πείθει ακόμα ο Ψωμιάδης; Και η Παπαρήγα έχει χαρά για τα ποσοστά; Και ο Τσίπρας είναι ικανοποιημένος με το μήνυμα; Και ο Γιώργος έλαβε το μήνυμα; Και ο Σαμάρας το έλαβε κι αυτός και χάρηκα; Και ο Καραμανλής έβγαλε λένε προσφάτως τον σκασμό; Και η Ντόρα το έλαβε;… Δεν μπορώ! Μπλέχτηκα…Προτιμώ να προσποιηθώ ότι κατάλαβα…Γελάω με τη χαρά μερικών, μες τη χαρά κι εγώ….Προβληματίζομαι με τους προβληματισμένους, μες τον προβληματισμός κι εγώ…Κουνάω το κεφάλι ως άλογο σε στάβλο μαζί με τα άλλα άλογα ενώ δηλώνουν «ο λαός είναι σοφός!»…Κάνω γενικά ότι κάνουν… Κάνω ότι κατάλαβα…Ανάθεμα κι αν κατάλαβα!! (χρόνια τώρα….)

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Κοίτα, παιδί μου, μη γίνεις σαν τον Κωστάκη

της Ρέας Βιτάλη

Δυο αγωνίες έχουμε ως λαός. Γιατί δεν μιλάει ο Καραμανλής και γιατί μίλησε ο Γιώργος. Για το δεύτερο σηκώνω τα χέρια!...Θα δείξει ο χρόνος. Για το πρώτο έχω μια δική μου, ενδεχομένως περίεργη άποψη. Δεν έχω καμία αγωνία να μιλήσει ο Κώστας αλλά μια τεράστια αγωνία να μιλήσουν οι έλληνες γονείς στα παιδιά τους για τον Κώστα. Γιατί στην πορεία του καθρεπτίζεται η μεγαλύτερη στιγμή, στυγνής διαπλοκής. Ήτοι η ελληνική οικογένεια, οι δομές της και οι πρακτικές της.


Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Γεννιέται σε μια οικογένεια ένα παιδί. Όλοι το κανακεύουν, του κάνουν κούτου-κούτου και γκίλι-γκίλι και από τα σπάργανα ακόμα, του πετάνε την πρώτη νύξη ομοιότητας. Και καθώς σε κάθε οικογένεια υπάρχει ένας «σταρ» ή και για να το χοντρύνω, ένας που δουλεύει για τους άλλους, η κατεύθυνση ομοιότητας έχει ένα στόχο… Ας πούμε του είπαν όλοι «φτυστός ο θείος του!»… Εκεί την έβαψε!!

Κοινώς θα προσπαθεί μια ζωή να βολέψει το βηματισμό του σε ξένα παπούτσια. Δεν θ΄αναζητά την ταυτότητά του αλλά τις ομοιότητες του στην ταυτότητα ενός άλλου…

Μιλάει; Τα λέει σαν το θείο του! Τρίζει τα δόντια; Έτσι τα έτριζε και ο θείος του; Ρέβεται; Μωρέ ίδιος ο θείος του! Βέβαια αντίστοιχη πίεση εξασκείται και στον έρμο θείο του να δει τις ομοιότητες του ανιψιού με τον ίδιο…Με εμμονή του ρίχνουν τον φακό μη και δε δει! Η ζωή τραβάει την ανηφόρα της ομοιότητας. Το παιδί μαθητεύει, σπουδάζει, ετοιμάζεται υπό την προστασία και τις φτερούγες του θείου. Χωρίς να ματώνει…Σε πουπουλένιες διαδρομές, σε αγκαλιές προστατευτικές γιατί…. «Τι ανάγκη έχεις εσύ; Να κάνεις μόνο το σταυρό σου να ζει ο θείος σου να σε καμαρώσει στο πόστο του»…Ωστόσο ο «μοιάζει σαν το θείο του» είναι νέος ακόμα και έχει και ένα παραθυράκι παγαποντιάς…Να κάνει και λίγο το μαγκάκι, να ξενυχτίσει και λίγο, να μαλαγανέψει, να τσογλανέψει και λίγο…Αυτό το –λίγο- το ύπουλα ελεγχόμενο… Όσο ας πούμε «αυτά έκανε και ο θείος του στα νιάτα του»… Άτιμες διαδρομές σαν ταξιδάκι αναψυχής μ΄ένα βαρβάτο τραύμα…

Με το που τελειώνει όμως τις σπουδές στενεύει ο κλοιός για την προδιαγεγραμμένη πορεία της ελληνικής μας πραγματικότητας….Ο δικηγόρος θα συστήσει τον γιο του που έγινε δικηγόρος, ο γιατρός τον γιο του που ήθελε να γίνει γιατρός, ο συμβολαιογράφος την κόρη που ήθελε να γίνει συμβολαιογράφος, ο τραγουδιστής το γιο του που δεν κατάφερε ο πατέρας του να το αποτρέψει από το τραγούδι, η οικογένεια Μητσοτάκη…Άσε το χοντρύναμε πολύ!...Το πιάσατε το νόημα άλλωστε… Στο συγκεκριμένο παιδί του κειμένου μου, στον Κώστα «ίδιος ο θείος του» πλάκωσε και άλλη ατυχία…Το κόμμα που είχε ιδρύσει ο μακαρίτης πλέον θείος του…Ήταν το γα**μένο το taming! Ψάχνανε επειγόντως κάποιον που να είναι «σαν τον θείο του»…Ήταν το καταραμένο το timing!...Αλληθώριζαν για εξουσία, γουργούριζαν τα στομάχια τους για κυβέρνηση…Χρόνια και χρόνια να βλέπουν στρωμένα τραπέζια με λουκούλια γεύματα κι αυτοί ακάλεστοι! Οι άλλοι, αυτούς που δεν ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους, ντερλίκωναν και ρέβονταν ηδονικά… Είχαν φτάσει στο ρέψιμο! Στην φράση «να μου δώσει ο θεός χρόνια να χαρώ ότι έβγαλα.»…Για τέτοια κατάσταση μιλάμε! Τον γράπωσαν λοιπόν στην κυριολεξία και γαμώ την ατυχία του… Πλάκωσε και ο λαός τα παλαμάκια! Φωνές ν΄ακους «Ίδιος ο θείος του!!!» Ωσανά ουράνια!! Κανένας δεν αναρωτήθηκε αν είχε δουλέψει το παιδί, αν είχε προσόντα, αν είχε περάσει καθόλου από τη δουλειά του θείου του, αν είχε εμπειρία διοίκησης έστω και ενός ριμαδουπουργείου, αν είχε παλέψει με κάτι πριν το ρίξουν στις πεινασμένες ίαινες της πολιτικής εξουσίας και στα χέρια ενός κακομαθημένου, διεφθαρμένου, αμόρφωτου, υποκριτή, παμφάγου (χρηματιστηριακής κοπής και εποχής) λαού…Αρκεί να έπαιρναν την εξουσία και αυτή μόνο ο «ίδιος με τον θείο του» μπορούσε να τη φέρει.

Το παιδί μπήκε με φόρα ν΄αποδείξει. Τεράστιο φορτίο στους ώμους του. Αν για ν΄αποδείξεις ποιος είσαι θέλει κόπο ζωής, φαντάσου για ν΄αποδείξεις στους άλλους ότι είσαι αυτός που οι άλλοι ορίζουν ότι μοιάζεις…Χέσε ψηλά κι αγνάντευε!! Μπήκε λοιπόν με φόρα και μέρα τη μέρα, βήμα το βήμα έπιανε τη λούμπα…Ψιλιάζονταν τη φλούδα της μπανάνας και την Μπανανίας…Δεν έψαχναν Πρωθυπουργό αλλά μαλάκα…Από κοντά και οι κόλακες. Μόνο οι κόλακες! Οι σοβαροί την «κάνουν» τέτοιες ώρες με ελαφρά πηδηματάκια…Οι κόλακες δεν το κουνάνε! Να σου ανοίγουν το παράθυρο με τη συγκεκριμένη θέα, να φέρνουν νέα επιλεκτικά, να σου βάζουν τον αναπνευστήρα… Λιγούρια δανεικής εξουσίας να ψηλώνουν μέχρι τον ουρανό, να κάνουν κόντρα στο Θεό…Δεν έμοιαζε με το θείο του! Αλλά ήταν αργά! Ξέσπασαν οι φωτιές στην Ηλεία. Κάηκε κόσμος…Μάνα με παιδιά έγινε κάρβουνο…Το παιχνίδι χόντραινε…Χωρίς έλεγχο καταστάσεις… Τσουνάμι η εξουσία κατά πάνω του ανεξέλεγκτη. Και ο λαός να τον ξαναψηφίζει …Ήταν πια πονηρεμένος! Δεν τον επιβράβευαν, του φώναζαν «δεν έχουμε άλλον! Κυβέρνα και ας όψεται η ανάγκη!» . Του φώναζαν με απελπισμένο σχεδόν τρόπο τη γύμνια τους, το απόλυτο κενό. Όχι το μηδέν!...Το μηδέν ορίζεται…Το κενό!…

Η συνέχεια γνωστή. Η γραβάτα σφιχτή, οι κόλακες στις τελευταίες μπουκιές… Αγκωνάρια στο στόμα τους! Ο «ίδιος με το θείο του» παρέδωσε. Και έκτοτε σιώπησε… (καλοαναθρεμμένο παιδί, έντιμο…Ποιόν να εκθέσει…Κυρίως –πόσους;- και μεταξύ μας εναντίον πόσων να στραφεί….Ήταν και άμαθος στην πίεση…)…Ο Κωστάκης που είχε γίνει Κώστας έκτοτε σιωπά και περιέργως ο λαός, ως παρθένος, κατά διαστήματα του λέει «Μίλα βρε! Μίλα…Να δούμε τι έχεις να πεις»…Έτσι κάνουν και οι ελληνικές οικογένειες αφού έχουν χωθεί στο βηματισμό των παιδιών τους, αφού τα έχουν κατευθύνει απόλυτα, αφού τους ευνούχισαν πρώτα… Πάντα στο τέλος λένε «μίλα βρε, μίλα»…

Δεν έχω καμία αγωνία να μιλήσει ο Καραμανλής…Έχω αγωνία να μιλήσουν οι γονείς στα παιδιά τους για το φαινόμενο και την «δική μας» νοοτροπία που σχετίζεται με τον Καραμανλή… (κυρίως γιατί βρήκαμε αμέσως διάδοχο κατάσταση).

ΥΓ: Είναι σημαντικό να αναφέρω ότι κάθε πρώτη του μηνός, ο Κώστας παίρνει το μισθό του στο ακέραιο για τις υπηρεσίες που προσφέρει. Ίσως γι' αυτό λένε ότι η σιωπή είναι χρυσός.