Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Είμαστε όμηροι...

Του Δημήτρη Δανίκα

Κι εμείς κολλημένοι στο παρελθόν. Εμείς οι δημοσιογράφοι εννοώ. Που ωρυόμαστε «δεν αντέχουμε άλλα μέτρα. Ως εδώ». Εμείς. Ερωτευμένοι μέχρι θανάτου με τον λαϊκισμό. Κρύβουμε την αλήθεια από τον λαό. Φταίει η Τρόικα τού λέμε, για την ύφεση, την ανεργία και για τα λουκέτα των επιχειρήσεων. Ψέμα. Οργανωμένο και βολικό....

Τέσσερα πράγματα ζήτησε η Τρόικα από την πρώτη μέρα που ήρθε εδώ. Το πρώτο να ξεφορτωθεί το Δημόσιο διακόσιες χιλιάδες αντιπαραγωγικούς υπαλλήλους. Το δεύτερο να κατεβάσουμε τα ρολά σε δεκάδες ανύπαρκτους οργανισμούς. Το τρίτο να τιμωρούνται παραδειγματικά και με συνοπτικές διαδικασίες οι φοροκλέφτες. Και το τέταρτο να προχωρήσουν οι αποκρατικοποιήσεις. Τι έγινε απ' όλα αυτά; Τίποτα. Ούτε καν η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων. Τίποτα. Απλώς τη νύφη την πλήρωσαν με τα κουρέματα οι σκληρά εργαζόμενοι και οι χαμηλοσυνταξιούχοι.

Ετσι σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα γι αυτό το Κράτος το εφιαλτικό. Ετσι η χώρα πορεύεται προς τον γκρεμό. Γιατί; Απλό. Για να διασωθεί η εκλογική πελατεία του δικομματισμού. Για να εξασφαλίζουν τις όποιες ψήφους τους βουλευτές και υπουργοί. Για να κάνει παιχνίδι ο Σαμαράς μπας και στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση η Νέα Δυστυχία εξέλθει πρώτη και ο ίδιος μάς κυβερνήσει ως πρωθυπουργός. Για να κάνει παιχνίδι και ο υπουργός των Οικονομικών. Γιατί κι αυτός παριστάνει τον σκληρό. Γιατί σου λέει τι θα κάμουν; Προκειμένου να καταστραφεί η ευρωζώνη από τα ελληνικά τοξικά ομόλογα θα μας δώσουν την έκτη δόση και θα πουν κι ένα τραγούδι. Με απλά λόγια η πολιτική ελίτ κάθεται γύρω από ένα τραπέζι και παίζει την ύπαρξη μας σε μια πράσινη τσόχα. Ολα μα όλα τα έχουν μετατρέψει σε πόκα. Ανάλγητοι, αφασικοί, επικίνδυνοι. Γιατί σου λέει ακόμα και αν η Ελλάδα χρεοκοπήσει, πάλι σε εμάς ο βλάκας την ψήφο του θα ρίξει. Ομηροι των κρατικοδίαιτων συμπολιτών μας. Ομηροι των ρεμπεσκέδων πολιτικών μας. Ομηροι των κοπριτών και των φοροκλεφτών μας.

Ελληνες σας παρακαλώ μην κλαίτε. Η καταστροφή το τίμημα όλων αυτών των επιλογών μας

Κιμπαρλίκια

Του Λευτέρη Π. Παπαδόπουλου

Απένταροι. Φουκαράδες. Αλλά στο κιμπαρλίκι πρώτοι! Και κιμπάρηδες όχι μόνο μεταξύ μας, στην παρέα. Μα και ως κράτος. Από τότε που πρωτοπήγα σχολείο, έως την ημέρα που το τελείωσα, τα βιβλία ήταν τζάμπα. Τα έβγαζε ο Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, ο ΟΕΣΒ, και τα αγοράζαμε από τα βιβλιοπωλεία με ελάχιστα χρήματα. Σχεδόν δωρεάν (και πολύ σωστά). Ποτέ κανείς δεν μας είπε, όμως, «μην καταστρέφετε τα βιβλία σας, μην τα μουτζουρώνετε, μην κόβετε σελίδες. Κρατήστε τα σε καλή κατάσταση για να τα πάρουν κι άλλα παιδιά του χρόνου».

Κιμπάρηδες, καλά το λέω. Δανειζόμασταν και τότε, από δω κι από κει, οι δραχμές μας δεν είχαν αξία, αλλά για οικονομία, για συμμάζεμα η Πολιτεία, το υπουργείο, ούτε καν σκέψη! Την ίδια ώρα, Αγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι και Οθωμανοί μείωναν τα έξοδά τους όσο γινόταν περισσότερο. Κι ας είχαν στερλίνες και φράγκα να φάν' κι οι κότες. Θυμάμαι μια κοπέλα πανέμορφη, 18 ετών, όχι πλούσια. Σπούδαζε στη Γενεύη. Μια μέρα, μπήκε σε ένα χαρτοπωλείο για να αγοράσει δύο τετράδια. Βγάζοντας το πορτοφολάκι της για να πληρώσει, είδε πως της έπεσε ένα κέρμα. Μια δεκαρίτσα. Δεν έσκυψε να τη σηκώσει. «Σας έπεσαν χρήματα», της είπε ο χαρτοπώλης. Η κοπέλα χαμογέλασε κι έκανε μια χειρονομία, «δεν πειράζει». Και ο Ελβετός παρατήρησε: «Με συγχωρείτε δεσποινίς, αλλά η αδιαφορία σας γι' αυτή τη δεκαρίτσα με πείθει ότι ποτέ δεν θα γίνετε πλούσια...».

Κιμπάρηδες. Σαν τον φίλο μου τον Χάρη, ηθοποιό, που συνήθως είναι άνεργος και ζει με τρεις κι εξήντα. Πίνουμε καφέ αραχτοί στο Θησείο και... φιλοσοφούμε! Γύρω μας, πολλοί ξένοι. Μου λέει ο Χάρης: «Εμείς οι Ελληνες είμαστε άλλος λαός. Φταίει ο ήλιος, ίσως, που μας έχει κάνει μυστήριους. Εμείς δεν θα έπρεπε να δουλεύουμε. Θα έπρεπε, όπως γινόταν τα αρχαία χρόνια σε αυτή τη γειτονιά, να αράζουμε και να συζητάμε. Ετσι, με τη συζήτηση, βγήκαν όλα αυτά τα ωραία πράγματα - ποίηση, γλυπτική, αρχιτεκτονική κ.λπ. - που τα θαυμάζουν οι πάντες. Αμα δουλεύεις σαν τον Γερμανό ή τον Νορβηγό, πού να βρεις κουράγιο να σκεφτείς, να ονειρευτείς και να κουβεντιάσεις!..»

Στα χρόνια τα δικά μου, τα σχολικά, οι δάσκαλοι δεν μας έλεγαν να μην καταστρέφουμε τα βιβλία μας, αλλά οι γονιοί μας, μεροκαματιάρηδες άνθρωποι, νοικοκύρηδες, μας μάθαιναν να ντύνουμε με μπλε κόλλα ή εν ανάγκη και με εφημερίδα τα τετράδια, το Αναγνωστικό, την Αριθμητική, τη Φυσική, για να είναι καθαρά και να μη φθείρονται. Πώς να το πεις αυτό σε ένα σημερινό παιδί, που ποτέ δεν στερήθηκε κάτι, που πάντοτε έσπαγε τα παιχνίδια του σε δυο μέρες και αξίωνε χαρτζιλίκι από τα έξι του χρόνια;

Στην Ελλάδα - διάβαζα - ξοδεύει το κράτος κάθε χρόνο 45 εκατ. ευρώ για σχολικά βιβλία, τα οποία μετά τη λήξη της χρονιάς πετιούνται στα σκουπίδια! Στη Δανία, όμως, τα βιβλία επιστρέφονται και χρησιμοποιούνται επί 7 χρόνια συνήθως! Στη Γαλλία και την Αγγλία, τα βιβλία επιστρέφονται στο τέλος του έτους. Και αν είναι κουρελιασμένα, βρώμικα, άχρηστα, οι γονείς των μαθητών υποχρεώνονται να τα πληρώσουν. Κιμπαρλίκια, όμως, δεν περνάνε...

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Σκάτας

Του Δημήτρη Καμπουράκη

Όταν ήμουν πιτσιρίκος, απ’ όλες τις ιστορίες που είχα ακούσει για την περίοδο της Κατοχής, πιο πολύ μού άρεσε η ιστορία του Σκάτα.


Ο Σκάτας ήταν Γερμανός αξιωματικός, κατά πάσα πιθανότητα υπολοχαγός ή λοχαγός. Ήταν ο επικεφαλής της μικρής δύναμης Γερμανών στρατιωτών που διέμενε στο χωριό μου, την περίοδο 1941-1944. Ήταν σα να λέμε, ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής Δρακώνας. Δυο μήνες μετά την επικράτηση των Γερμανών και την εγκατάσταση τους στο χωριό, ήχησε ξαφνικά η φωνή ενός τελάλη που καλούσε όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους να συγκεντρωθούν στην πλατεία. Ο κόσμος τρόμαξε. Τέτοιες συγκεντρώσεις προμήνυαν συλλήψεις και εκτελέσεις. Άντρες γυναίκες και παιδιά, με την ψυχή στο στόμα κατευθύνθηκαν στην πλατεία μπροστά στον Άη-Γιώργη, περιμένοντας το χειρότερο. Γύρω-γύρω είχαν τοποθετηθεί Γερμανοί στρατιώτες με όπλα στα χέρια. Όπως αποδείχτηκε εκ’ των υστέρων, οι φαντάροι είχαν ζώσει την πλατεία για προληπτικούς λόγους, εκείνη την ώρα όμως οι χωριανοί ήταν βέβαιοι πως θα τους γάζωναν με τα αυτόματα. Στα γύρω χωριά είχε εκτελεστεί κόσμος και κοσμάκης, διότι ο πληθυσμός είχε πάρει μαζικά μέρος στη μάχη του Μάλεμε κατά των Γερμανών αλεξιπτωτιστών.

Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι, ο στρατιωτικός διοικητής ανέβηκε σ’ ένα πεζούλι κι άρχισε να μιλά με κοφτές φράσεις, τις οποίες μετέφραζε ο διερμηνέας. Έπειτα από λίγα λεπτά, κι αφού οι συφοριασμένοι συγχωριανοί μου πείστηκαν ότι δεν επρόκειτο να εκτελεστούν, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με απορία διότι άκουγαν τον Γερμανό να λέει αλλόκοτα πράγματα. Σε σχεδόν έξαλλη κατάσταση, ο κ. Διοικητής τους ανακοίνωσε ότι μετά από δυο μήνες στο χωριό βαρέθηκε να βλέπει παντού σκατά. Στις αυλές, στα ρυάκια, στα λιόφυτα, στα αμπέλια, στα μποστάνια. Ακόμα περισσότερο, είχε σιχαθεί να πατά βουναλάκια από σκατά που παραμόνευαν πίσω από κάθε δέντρο και πουρνάρι για να βρωμίσουν τις καλογυαλισμένες μπότες του. Ήταν τόσο εξοργισμένος που όση ώρα ο διερμηνέας μετέφραζε, αυτός παρενέβαινε φωνάζονας με παραστατικές κινήσεις των χεριών του, τις λίγες ελληνικές λέξεις που είχε μάθει παράτονα: «Σκάτα εδώ! Σκάτα εκεί! Όλο σκάτα!» Εκείνη ήταν η μοιραία στιγμή που ο Γερμανός αξιωματικός κέρδισε επάξια το παρατσούκλι με το οποίο έμελλε να μείνει στη συλλογική μνήμη του χωριού: «Ο Σκάτας.»

Αν δεν επρόκειτο για τον Διοικητή των κατοχικών δυνάμεων, η πλατεία θα είχε μετατραπεί γρήγορα στον λάκκο με τ’ αστεία του Τζίμη Πανούση, με τους συγχωριανούς μου πεσμένους στα βάθη του και πνιγμένους μέσα σε ακατάσχετα χάχανα. Επειδή όμως υπήρχε διάχυτος φόβος, οι άνθρωποι έπνιξαν την έκρηξη γέλιου που ανέβηκε ως τα λαρύγγια τους και περίμεναν να δουν που θα κατέληγε ο τρελός Γερμανός. Αυτός διέταξε όλους τους αρχηγούς οικογενειών να περάσουν αμέσως από το κεντρικό φυλάκιο των Γερμανών στρατιωτών για να δουν πως φτιάχνεται μια απλή στρατιωτική τουαλέτα (ένα μεταφερόμενο καζάνι, μια ξύλινη κατασκευή με τρύπα από πάνω του κι ένα παραβάν γύρω του), διότι ήταν υποχρεωμένοι να φτιάξουν μια ίδια στο σπίτι τους. Κάθε δεύτερη μέρα έπρεπε να αδειάζουν το καζάνι σε λάκκους που θα σκεπαζόντουσαν και στη συνέχεια έπρεπε να το πλένουν. Με μάτι που γυάλιζε, ο Σκάτας τούς ενημέρωσε ότι κάθε ανυπακοή θα τιμωρούνταν πολύ αυστηρά.

Η αλήθεια είναι ότι εκείνη την εποχή, κανένα σπίτι στα χωριά δεν είχε αποχωρητήριο. Οι άνθρωποι έκαναν τις ανάγκες τους στα χωράφια και σκουπιζόντουσαν (μάλλον πασαλειβόντουσαν) με λείες πέτρες ή κανένα πλατανόφυλλο. Τον χειμώνα τα έκαναν στους σταύλους τους, που πολλές φορές ήταν κάτω από τα δωμάτια που έτρωγαν και κοιμόντουσαν. Η εικόνα ενός κοτόπουλου που από βραδύς είχε χορτάσει τρώγοντας σωρούς από σκατούλες και την επομένη έβραζε στο τσουκάλι για να γίνει πιλάφι, δεν προξενούσε σε κανέναν εντύπωση. Η κατάσταση ήταν πράγματι αφόρητη, ειδικά για τα μάτια ενός Γερμανού που γεννήθηκε έχοντας πορσελάνινη λεκάνη και μπανιέρα με τρεχούμενο νερό μέσα στο σπίτι του. Πιθανότατα ο Σκάτας, που θεωρώ ότι κατείχε κάποια μόρφωση, δεν θα μίλησε μόνο για το αισθητικό μέρος του θέματος ή μόνο για τη φοβερή μυρωδιά που κύκλωνε τους οικισμούς.. Θα αναφέρθηκε και στους κινδύνους που εγκυμονεί για την ανθρώπινη υγεία η ανυπαρξία στοιχειώδους υγιεινής, όμως κανένας χωριανός μου δεν θυμόταν κάτι τέτοιο. Κι αν τ’ άκουσαν, δεν τα κατάλαβαν ή δεν τα αξιολόγησαν.

Για να πούμε και το τέλος της ιστορίας, φυσικά, στο χωριό δεν φτιάχτηκαν αποχωρητήρια. Οι άνθρωποι συνέχισαν να κατουράνε και να χέζουν στα χωράφια για τρεις ακόμα δεκαετίες. Οι Γερμανοί είχαν άλλες σκοτούρες από το να κυνηγούν όποιον συγχωριανό μου ξεβρακωνόταν στα ρυάκια ή στα αμπέλια και δεν εφάρμοσαν ποτέ την διαταγή του διοικητή τους να τιμωρήσουν όποιον δεν έφτιαξε τουαλέτα στο σπίτι του. Όταν μάλιστα η Κρήτη απελευθερώθηκε, οι χωριανοί πήγαν στα τρία σπίτια που είχαν επιτάξει οι δυνάμεις κατοχής και έσπασαν τις χτιστές τουαλέτες με βόθρο που είχαν κατασκευάσει οι Γερμανοί για τις ανάγκες τους. Ήταν πράγματα των κατακτητών κι έπρεπε να σβήσουν εντελώς. Η ονομασία «Σκάτας» όμως παρέμεινε κραταιή, μαζί με την ανάμνηση μιας συγκέντρωσης που ξεκίνησε με μια φρικτή αγωνία θανάτου και κατέληξε μ’ ένα πνιγμένο μαζικό γέλιο ανακούφισης εξ’ αιτίας μιας σκατο-συζήτησης.

Τον τελευταίο καιρό, σκέφτομαι συχνά αυτή την παλιά σημαδιακή ιστορία, που φυσικά αποτελούσε μια εξαίρεση μέσα στην βαρβαρότητα της περιόδου. Προσπαθώ να σταθμίσω τα πράγματα και να κάνω τις αναγωγές στο θλιβερό μας σήμερα. Η πρώτη ανάγνωση είναι ότι ο Σκάτας είχε αντικειμενικά και επιστημονικά δίκιο. Η δεύτερη ανάγνωση είναι ότι είχε 100% άδικο, διότι απλούστατα δεν είχε κανένα τέτοιο δικαίωμα. Η τρίτη ανάγνωση είναι ότι οι συγχωριανοί μου θα μπορούσαν να πάρουν αυτό το «καλό» από τον κατακτητή, απορρίπτοντας και πολεμώντας τα «άσχημα» του. Η τέταρτη λέει ότι σε οριακές συνθήκες το «καλό» και το «κακό» δεν διαχωρίζονται, αλλά πάνε πακέτο. Η πέμπτη λέει ότι σε περιόδους πολέμου, οι συμβολισμοί έχουν μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την ουσία. Η έκτη λέει ότι αυτοί είναι συμβολισμοί του κώλου και δικαιολογίες για να μην κάνουμε τα αυτονόητα, επειδή είναι καινούρια και τα βλέπουμε ως απειλή. Η έβδομη λέει ότι από τη στιγμή που ένας άλλος θα σού επιβάλλει και το πως θα χέζεις, δεν είσαι αξιοπρεπής άνθρωπος αλλά υποταγμένο ζώο και σφαχτάρι. Η όγδοη ανάγνωση ότι είμαστε ένας λαός που δικαιολογεί τη στενοκεφαλιά και τα ελαττώματα του πίσω από εθνικοπατριωτικές μεγαλοστομίες. Η ένατη λέει ότι ο βίαιος εκπολιτισμός (ή προσαρμογή) έχει ένα οριακό σημείο πέρα από το οποίο παύει να εκπολιτισμός και γίνεται απλώς βία. Και η δέκατη ανάγνωση αναρωτιέται αν κάποιος συγχωριανός έφτιαχνε τουαλέτα, τι ήταν; Πιο πολιτισμένος από τους άλλους χωριανούς ή ενδοτικός και προδότης; Κι όποιος συνέχισε να σκουπίζεται με πλατανόφυλλα στα ρυάκια, τι ήταν; Στενοκέφαλος ή αντιστασιακός;

Προφανώς υπάρχουν εκατό ακόμα αναγνώσεις. Μπορεί η μεγαλύτερη δυσκολία μας ως λαός να είναι η αδυναμία μας να συμφωνήσουμε σε έστω δύο από τις εκατό. Θα επανέλθω...

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Άντε και δεν πληρώνουμε

Της Ρέας Βιτάλη

«Άντε και πληρώνουμε και μια ακόμα έκτακτη εισφορά στα ακίνητα.». Με τρομάζει πλέον η άνεση με την οποία μιλάμε ο ένας για την τσέπη του άλλου. «Άντε και πληρώνουμε». Αναρωτιέμαι κάτι άλλο. «Άντε και δεν πληρώνουμε την έκτακτη εισφορά στα ακίνητα» όχι από επαναστατική διάθεση, όχι από μαγκιά και φιλοσοφία αλλά γιατί δεν έχουμε. Για ποιο ακριβώς αδίκημα θα τιμωρηθούμε; Γιατί οφείλουμε να έχουμε την ετοιμότητα της πουτάνας στις σφαλιάρες του νταβά για επιπλέον εισπράξεις; Γιατί πρέπει να είμαστε απίκο με το πορτοφόλι στο χέρι για έναν μηχανισμό που δεν ήταν ποτέ απίκο για μας; Γιατί το δικό τους «δεν έχουμε» σε συνέχεια του «λεφτά υπάρχουνε» πρέπει να γίνει σεβαστό και το δικό μας «δεν έχουμε» αμφισβητείτε; Στις πόσες έκτακτες εισφορές πτωχεύει ο άνθρωπος ατομικά; Και ποιος μηχανισμός στήριξης θα σώσει την οικογένειά του πέραν «εμού του ιδίου» που έλεγε και η έρμη Τζούλια;


Τιμωρούμαι αρκετά ως μαλάκας, πρέπει να τιμωρηθώ γιατί ήμουν και νοικοκύρης άνθρωπος; Και τόχα τόσο καμάρι ρε γαμώτο! Διαφύλαξα ότι κληρονόμησα σχεδόν με ιερή προσήλωση. Καμία σειρήνα εύκολου πλουτισμού δεν με καβάλησε. Πάντα μέτραγα τα βήματα μου και το μπόι μου. Τυπική σε όλες τις υποχρεώσεις μου, εφορίες, ΙΚΑ μίκα, σίκα, έκτακτες σφαλιάρες (προφανώς για εξοικείωση) και ότι άλλο σκαρφίζονταν τυχοδιώκτες, απολύτως άχρηστοι πολιτικοί. Μου πήρε χρόνια να φέρω στα ίσια το οικογενειακό μας ταμείο μετά την έκτακτη εισφορά του κ. Παπαθανασίου της ΝΔ. (Να θυμίσουμε και στον κ. Σαμαρά ποιοι εγκαινίασαν το σύστημα). Δούλευα έντιμα για να παραδίδω στα χέρια του εκάστοτε νταβατζή ποσοστά που αυτός με ευκολία τεράστια πέταγε σε σουρωτήρια. Συνέταιρος μόνιμος. Eγω να τα φέρνω αυτός να τα σκορπάει. Τον στήριζα σε όλα τα «δύσκολά» του.

Να χέσω τα δύσκολά του. Και για ότι έβλεπα. Δεν ήμουν στραβή. Γεμάτος ο τόπος λαμόγια και απατεώνες. Είχα μια φιλοσοφία αναπτύξει που με ησύχαζε. Το κλείσιμο του ισολογισμού της ζωής τον κάνουν τα παιδιά που ανατρέφει ο καθένας. Αυτό μόνο μ΄ ενδιέφερε. Κι είχα ένα καμάρι! Ωστόσο σαν ακροβάτης ζυγίζομαι εδώ και καιρό και προσπαθώ να προσαρμοστώ. Aκυβέρνητη. Προσπαθώ επίπονα να συνεχίσω να είμαι τυπική σε υποχρεώσεις. Και δε βγάζω κιχ από σεβασμό σε ανθρώπους που δεν τους παρέχεται χρόνος να προσαρμοστούν. Και έρχεται την πιο οριακή στιγμή, που ο καθένας δίνει τη δική του μάχη με τα κύματα και με χτυπάει στην αχίλλειο πτέρνα. Και πατητή κ. Παπανδρέου; Και τη μόνη σανίδα σωτηρίας που έχω κ. Βενιζέλο; Μέχρι που θα φτάσει η ξεδιαντροπιά σας ; Η εστία για τον έλληνα είναι ιερή. Το καταφύγιο, η άγκυρά του.

Μπορεί να ζήσει και να πεθάνει στο ίδιο σπίτι. Θα υπερπηδήσω την οικογενειακή διαπλοκή που ελλοχεύει πίσω από το συγκεκριμένο σύστημα κυρίως από σεβασμό στην πρωτογενή σκέψη «να μην έχεις κανέναν ανάγκη», «Ας έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου και όλα τα άλλα γίνονται». Σας θυμίζουν κάτι αυτές οι λέξεις; Έχετε νιώσει ποτέ την αγωνία να βγει η δόση του δανείου; Ή νομίζουμε ότι όλοι πήραν «δάνεια ξεψαρώματος» τύπου Τσοχατζόπουλου και Ρουσόπουλου; Και αν τα γραπώσουν απ΄όσους έχουν ακόμα κάτι να δώσουν (σιγά μην έχουν), την έρμη αγορά ποιος θα την κινήσει; Έχουν δει τα μάτια των καταστηματαρχών; Έχουνε δει τις ουρές στη ΔΕΗ από ανθρώπους που σπεύδουν μετά τη λήξη του λογαριασμού τους να διακανονίσουν φως; Έχουν κοιτάξει στα μάτια έναν άνεργο. Όχι το ποσοστό ανεργίας. Έχει μεγάλη διαφορά. Έχουν μετρήσει ενοικιάζεται; Tι θα βγει ακόμα και αν μετατραπούν σε πωλείται; Ποιος θα παίξει τον πελάτη; Τρεις εκδοχές-δυνατότητες έδωσαν στους δημόσιους υπαλλήλους για να παραστούν στην υπηρεσία τους ώστε να δουλέψουν μια ώρα παραπάνω. 7.30, 8.00,8.30. Πόσες εκδοχές-δυνατότητες δίνουν στον νοικοκύρη να παραστεί στη ζωή του; Υπάρχει κανείς μωρέ εδώ ή τζάμπα μιλάω;

Με τρελαίνει ο σνομπισμός, η άνεση, η μαγκιά, το θράσος, η ξεδιαντροπιά που ξεχειλίζει μέσα από την νέα έκτακτη εισφορά. Με τρομάζει η ευθεία βολή στην εστία του καθενός. Το φτύσιμο τελικά στον νοικοκύρη. Με πεθαίνει ότι δεν περνάει από το μυαλό των κυβερνόντων ότι μπορεί νάναι προϊόν δουλειάς και όχι λαμογιάς η όποια περιουσία. Και ακόμα πιο πολύ με τινάζει στον ύπνο μου ότι δεν φαντάζονται το «δεν πληρώνω γιατί δεν έχω». Σαν να παίζουμε στην φαλακρή Τραγουδίστρια του Ιονέσκο. Και σε έκτακτη εμφάνιση ο Ψωμιάδης να δηλώνει «Πολιτικός Κρατούμενος». Θεέ μου πώς θα συνεννοηθούμε; Σε τι γλώσσα μιλάνε;