Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Πόσο δύσκολες οι ευχές γα καλή χρονιά φέτος!

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Είμαστε όμηροι...

Του Δημήτρη Δανίκα

Κι εμείς κολλημένοι στο παρελθόν. Εμείς οι δημοσιογράφοι εννοώ. Που ωρυόμαστε «δεν αντέχουμε άλλα μέτρα. Ως εδώ». Εμείς. Ερωτευμένοι μέχρι θανάτου με τον λαϊκισμό. Κρύβουμε την αλήθεια από τον λαό. Φταίει η Τρόικα τού λέμε, για την ύφεση, την ανεργία και για τα λουκέτα των επιχειρήσεων. Ψέμα. Οργανωμένο και βολικό....

Τέσσερα πράγματα ζήτησε η Τρόικα από την πρώτη μέρα που ήρθε εδώ. Το πρώτο να ξεφορτωθεί το Δημόσιο διακόσιες χιλιάδες αντιπαραγωγικούς υπαλλήλους. Το δεύτερο να κατεβάσουμε τα ρολά σε δεκάδες ανύπαρκτους οργανισμούς. Το τρίτο να τιμωρούνται παραδειγματικά και με συνοπτικές διαδικασίες οι φοροκλέφτες. Και το τέταρτο να προχωρήσουν οι αποκρατικοποιήσεις. Τι έγινε απ' όλα αυτά; Τίποτα. Ούτε καν η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων. Τίποτα. Απλώς τη νύφη την πλήρωσαν με τα κουρέματα οι σκληρά εργαζόμενοι και οι χαμηλοσυνταξιούχοι.

Ετσι σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα γι αυτό το Κράτος το εφιαλτικό. Ετσι η χώρα πορεύεται προς τον γκρεμό. Γιατί; Απλό. Για να διασωθεί η εκλογική πελατεία του δικομματισμού. Για να εξασφαλίζουν τις όποιες ψήφους τους βουλευτές και υπουργοί. Για να κάνει παιχνίδι ο Σαμαράς μπας και στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση η Νέα Δυστυχία εξέλθει πρώτη και ο ίδιος μάς κυβερνήσει ως πρωθυπουργός. Για να κάνει παιχνίδι και ο υπουργός των Οικονομικών. Γιατί κι αυτός παριστάνει τον σκληρό. Γιατί σου λέει τι θα κάμουν; Προκειμένου να καταστραφεί η ευρωζώνη από τα ελληνικά τοξικά ομόλογα θα μας δώσουν την έκτη δόση και θα πουν κι ένα τραγούδι. Με απλά λόγια η πολιτική ελίτ κάθεται γύρω από ένα τραπέζι και παίζει την ύπαρξη μας σε μια πράσινη τσόχα. Ολα μα όλα τα έχουν μετατρέψει σε πόκα. Ανάλγητοι, αφασικοί, επικίνδυνοι. Γιατί σου λέει ακόμα και αν η Ελλάδα χρεοκοπήσει, πάλι σε εμάς ο βλάκας την ψήφο του θα ρίξει. Ομηροι των κρατικοδίαιτων συμπολιτών μας. Ομηροι των ρεμπεσκέδων πολιτικών μας. Ομηροι των κοπριτών και των φοροκλεφτών μας.

Ελληνες σας παρακαλώ μην κλαίτε. Η καταστροφή το τίμημα όλων αυτών των επιλογών μας

Κιμπαρλίκια

Του Λευτέρη Π. Παπαδόπουλου

Απένταροι. Φουκαράδες. Αλλά στο κιμπαρλίκι πρώτοι! Και κιμπάρηδες όχι μόνο μεταξύ μας, στην παρέα. Μα και ως κράτος. Από τότε που πρωτοπήγα σχολείο, έως την ημέρα που το τελείωσα, τα βιβλία ήταν τζάμπα. Τα έβγαζε ο Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, ο ΟΕΣΒ, και τα αγοράζαμε από τα βιβλιοπωλεία με ελάχιστα χρήματα. Σχεδόν δωρεάν (και πολύ σωστά). Ποτέ κανείς δεν μας είπε, όμως, «μην καταστρέφετε τα βιβλία σας, μην τα μουτζουρώνετε, μην κόβετε σελίδες. Κρατήστε τα σε καλή κατάσταση για να τα πάρουν κι άλλα παιδιά του χρόνου».

Κιμπάρηδες, καλά το λέω. Δανειζόμασταν και τότε, από δω κι από κει, οι δραχμές μας δεν είχαν αξία, αλλά για οικονομία, για συμμάζεμα η Πολιτεία, το υπουργείο, ούτε καν σκέψη! Την ίδια ώρα, Αγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι και Οθωμανοί μείωναν τα έξοδά τους όσο γινόταν περισσότερο. Κι ας είχαν στερλίνες και φράγκα να φάν' κι οι κότες. Θυμάμαι μια κοπέλα πανέμορφη, 18 ετών, όχι πλούσια. Σπούδαζε στη Γενεύη. Μια μέρα, μπήκε σε ένα χαρτοπωλείο για να αγοράσει δύο τετράδια. Βγάζοντας το πορτοφολάκι της για να πληρώσει, είδε πως της έπεσε ένα κέρμα. Μια δεκαρίτσα. Δεν έσκυψε να τη σηκώσει. «Σας έπεσαν χρήματα», της είπε ο χαρτοπώλης. Η κοπέλα χαμογέλασε κι έκανε μια χειρονομία, «δεν πειράζει». Και ο Ελβετός παρατήρησε: «Με συγχωρείτε δεσποινίς, αλλά η αδιαφορία σας γι' αυτή τη δεκαρίτσα με πείθει ότι ποτέ δεν θα γίνετε πλούσια...».

Κιμπάρηδες. Σαν τον φίλο μου τον Χάρη, ηθοποιό, που συνήθως είναι άνεργος και ζει με τρεις κι εξήντα. Πίνουμε καφέ αραχτοί στο Θησείο και... φιλοσοφούμε! Γύρω μας, πολλοί ξένοι. Μου λέει ο Χάρης: «Εμείς οι Ελληνες είμαστε άλλος λαός. Φταίει ο ήλιος, ίσως, που μας έχει κάνει μυστήριους. Εμείς δεν θα έπρεπε να δουλεύουμε. Θα έπρεπε, όπως γινόταν τα αρχαία χρόνια σε αυτή τη γειτονιά, να αράζουμε και να συζητάμε. Ετσι, με τη συζήτηση, βγήκαν όλα αυτά τα ωραία πράγματα - ποίηση, γλυπτική, αρχιτεκτονική κ.λπ. - που τα θαυμάζουν οι πάντες. Αμα δουλεύεις σαν τον Γερμανό ή τον Νορβηγό, πού να βρεις κουράγιο να σκεφτείς, να ονειρευτείς και να κουβεντιάσεις!..»

Στα χρόνια τα δικά μου, τα σχολικά, οι δάσκαλοι δεν μας έλεγαν να μην καταστρέφουμε τα βιβλία μας, αλλά οι γονιοί μας, μεροκαματιάρηδες άνθρωποι, νοικοκύρηδες, μας μάθαιναν να ντύνουμε με μπλε κόλλα ή εν ανάγκη και με εφημερίδα τα τετράδια, το Αναγνωστικό, την Αριθμητική, τη Φυσική, για να είναι καθαρά και να μη φθείρονται. Πώς να το πεις αυτό σε ένα σημερινό παιδί, που ποτέ δεν στερήθηκε κάτι, που πάντοτε έσπαγε τα παιχνίδια του σε δυο μέρες και αξίωνε χαρτζιλίκι από τα έξι του χρόνια;

Στην Ελλάδα - διάβαζα - ξοδεύει το κράτος κάθε χρόνο 45 εκατ. ευρώ για σχολικά βιβλία, τα οποία μετά τη λήξη της χρονιάς πετιούνται στα σκουπίδια! Στη Δανία, όμως, τα βιβλία επιστρέφονται και χρησιμοποιούνται επί 7 χρόνια συνήθως! Στη Γαλλία και την Αγγλία, τα βιβλία επιστρέφονται στο τέλος του έτους. Και αν είναι κουρελιασμένα, βρώμικα, άχρηστα, οι γονείς των μαθητών υποχρεώνονται να τα πληρώσουν. Κιμπαρλίκια, όμως, δεν περνάνε...

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Σκάτας

Του Δημήτρη Καμπουράκη

Όταν ήμουν πιτσιρίκος, απ’ όλες τις ιστορίες που είχα ακούσει για την περίοδο της Κατοχής, πιο πολύ μού άρεσε η ιστορία του Σκάτα.


Ο Σκάτας ήταν Γερμανός αξιωματικός, κατά πάσα πιθανότητα υπολοχαγός ή λοχαγός. Ήταν ο επικεφαλής της μικρής δύναμης Γερμανών στρατιωτών που διέμενε στο χωριό μου, την περίοδο 1941-1944. Ήταν σα να λέμε, ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής Δρακώνας. Δυο μήνες μετά την επικράτηση των Γερμανών και την εγκατάσταση τους στο χωριό, ήχησε ξαφνικά η φωνή ενός τελάλη που καλούσε όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους να συγκεντρωθούν στην πλατεία. Ο κόσμος τρόμαξε. Τέτοιες συγκεντρώσεις προμήνυαν συλλήψεις και εκτελέσεις. Άντρες γυναίκες και παιδιά, με την ψυχή στο στόμα κατευθύνθηκαν στην πλατεία μπροστά στον Άη-Γιώργη, περιμένοντας το χειρότερο. Γύρω-γύρω είχαν τοποθετηθεί Γερμανοί στρατιώτες με όπλα στα χέρια. Όπως αποδείχτηκε εκ’ των υστέρων, οι φαντάροι είχαν ζώσει την πλατεία για προληπτικούς λόγους, εκείνη την ώρα όμως οι χωριανοί ήταν βέβαιοι πως θα τους γάζωναν με τα αυτόματα. Στα γύρω χωριά είχε εκτελεστεί κόσμος και κοσμάκης, διότι ο πληθυσμός είχε πάρει μαζικά μέρος στη μάχη του Μάλεμε κατά των Γερμανών αλεξιπτωτιστών.

Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι, ο στρατιωτικός διοικητής ανέβηκε σ’ ένα πεζούλι κι άρχισε να μιλά με κοφτές φράσεις, τις οποίες μετέφραζε ο διερμηνέας. Έπειτα από λίγα λεπτά, κι αφού οι συφοριασμένοι συγχωριανοί μου πείστηκαν ότι δεν επρόκειτο να εκτελεστούν, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με απορία διότι άκουγαν τον Γερμανό να λέει αλλόκοτα πράγματα. Σε σχεδόν έξαλλη κατάσταση, ο κ. Διοικητής τους ανακοίνωσε ότι μετά από δυο μήνες στο χωριό βαρέθηκε να βλέπει παντού σκατά. Στις αυλές, στα ρυάκια, στα λιόφυτα, στα αμπέλια, στα μποστάνια. Ακόμα περισσότερο, είχε σιχαθεί να πατά βουναλάκια από σκατά που παραμόνευαν πίσω από κάθε δέντρο και πουρνάρι για να βρωμίσουν τις καλογυαλισμένες μπότες του. Ήταν τόσο εξοργισμένος που όση ώρα ο διερμηνέας μετέφραζε, αυτός παρενέβαινε φωνάζονας με παραστατικές κινήσεις των χεριών του, τις λίγες ελληνικές λέξεις που είχε μάθει παράτονα: «Σκάτα εδώ! Σκάτα εκεί! Όλο σκάτα!» Εκείνη ήταν η μοιραία στιγμή που ο Γερμανός αξιωματικός κέρδισε επάξια το παρατσούκλι με το οποίο έμελλε να μείνει στη συλλογική μνήμη του χωριού: «Ο Σκάτας.»

Αν δεν επρόκειτο για τον Διοικητή των κατοχικών δυνάμεων, η πλατεία θα είχε μετατραπεί γρήγορα στον λάκκο με τ’ αστεία του Τζίμη Πανούση, με τους συγχωριανούς μου πεσμένους στα βάθη του και πνιγμένους μέσα σε ακατάσχετα χάχανα. Επειδή όμως υπήρχε διάχυτος φόβος, οι άνθρωποι έπνιξαν την έκρηξη γέλιου που ανέβηκε ως τα λαρύγγια τους και περίμεναν να δουν που θα κατέληγε ο τρελός Γερμανός. Αυτός διέταξε όλους τους αρχηγούς οικογενειών να περάσουν αμέσως από το κεντρικό φυλάκιο των Γερμανών στρατιωτών για να δουν πως φτιάχνεται μια απλή στρατιωτική τουαλέτα (ένα μεταφερόμενο καζάνι, μια ξύλινη κατασκευή με τρύπα από πάνω του κι ένα παραβάν γύρω του), διότι ήταν υποχρεωμένοι να φτιάξουν μια ίδια στο σπίτι τους. Κάθε δεύτερη μέρα έπρεπε να αδειάζουν το καζάνι σε λάκκους που θα σκεπαζόντουσαν και στη συνέχεια έπρεπε να το πλένουν. Με μάτι που γυάλιζε, ο Σκάτας τούς ενημέρωσε ότι κάθε ανυπακοή θα τιμωρούνταν πολύ αυστηρά.

Η αλήθεια είναι ότι εκείνη την εποχή, κανένα σπίτι στα χωριά δεν είχε αποχωρητήριο. Οι άνθρωποι έκαναν τις ανάγκες τους στα χωράφια και σκουπιζόντουσαν (μάλλον πασαλειβόντουσαν) με λείες πέτρες ή κανένα πλατανόφυλλο. Τον χειμώνα τα έκαναν στους σταύλους τους, που πολλές φορές ήταν κάτω από τα δωμάτια που έτρωγαν και κοιμόντουσαν. Η εικόνα ενός κοτόπουλου που από βραδύς είχε χορτάσει τρώγοντας σωρούς από σκατούλες και την επομένη έβραζε στο τσουκάλι για να γίνει πιλάφι, δεν προξενούσε σε κανέναν εντύπωση. Η κατάσταση ήταν πράγματι αφόρητη, ειδικά για τα μάτια ενός Γερμανού που γεννήθηκε έχοντας πορσελάνινη λεκάνη και μπανιέρα με τρεχούμενο νερό μέσα στο σπίτι του. Πιθανότατα ο Σκάτας, που θεωρώ ότι κατείχε κάποια μόρφωση, δεν θα μίλησε μόνο για το αισθητικό μέρος του θέματος ή μόνο για τη φοβερή μυρωδιά που κύκλωνε τους οικισμούς.. Θα αναφέρθηκε και στους κινδύνους που εγκυμονεί για την ανθρώπινη υγεία η ανυπαρξία στοιχειώδους υγιεινής, όμως κανένας χωριανός μου δεν θυμόταν κάτι τέτοιο. Κι αν τ’ άκουσαν, δεν τα κατάλαβαν ή δεν τα αξιολόγησαν.

Για να πούμε και το τέλος της ιστορίας, φυσικά, στο χωριό δεν φτιάχτηκαν αποχωρητήρια. Οι άνθρωποι συνέχισαν να κατουράνε και να χέζουν στα χωράφια για τρεις ακόμα δεκαετίες. Οι Γερμανοί είχαν άλλες σκοτούρες από το να κυνηγούν όποιον συγχωριανό μου ξεβρακωνόταν στα ρυάκια ή στα αμπέλια και δεν εφάρμοσαν ποτέ την διαταγή του διοικητή τους να τιμωρήσουν όποιον δεν έφτιαξε τουαλέτα στο σπίτι του. Όταν μάλιστα η Κρήτη απελευθερώθηκε, οι χωριανοί πήγαν στα τρία σπίτια που είχαν επιτάξει οι δυνάμεις κατοχής και έσπασαν τις χτιστές τουαλέτες με βόθρο που είχαν κατασκευάσει οι Γερμανοί για τις ανάγκες τους. Ήταν πράγματα των κατακτητών κι έπρεπε να σβήσουν εντελώς. Η ονομασία «Σκάτας» όμως παρέμεινε κραταιή, μαζί με την ανάμνηση μιας συγκέντρωσης που ξεκίνησε με μια φρικτή αγωνία θανάτου και κατέληξε μ’ ένα πνιγμένο μαζικό γέλιο ανακούφισης εξ’ αιτίας μιας σκατο-συζήτησης.

Τον τελευταίο καιρό, σκέφτομαι συχνά αυτή την παλιά σημαδιακή ιστορία, που φυσικά αποτελούσε μια εξαίρεση μέσα στην βαρβαρότητα της περιόδου. Προσπαθώ να σταθμίσω τα πράγματα και να κάνω τις αναγωγές στο θλιβερό μας σήμερα. Η πρώτη ανάγνωση είναι ότι ο Σκάτας είχε αντικειμενικά και επιστημονικά δίκιο. Η δεύτερη ανάγνωση είναι ότι είχε 100% άδικο, διότι απλούστατα δεν είχε κανένα τέτοιο δικαίωμα. Η τρίτη ανάγνωση είναι ότι οι συγχωριανοί μου θα μπορούσαν να πάρουν αυτό το «καλό» από τον κατακτητή, απορρίπτοντας και πολεμώντας τα «άσχημα» του. Η τέταρτη λέει ότι σε οριακές συνθήκες το «καλό» και το «κακό» δεν διαχωρίζονται, αλλά πάνε πακέτο. Η πέμπτη λέει ότι σε περιόδους πολέμου, οι συμβολισμοί έχουν μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την ουσία. Η έκτη λέει ότι αυτοί είναι συμβολισμοί του κώλου και δικαιολογίες για να μην κάνουμε τα αυτονόητα, επειδή είναι καινούρια και τα βλέπουμε ως απειλή. Η έβδομη λέει ότι από τη στιγμή που ένας άλλος θα σού επιβάλλει και το πως θα χέζεις, δεν είσαι αξιοπρεπής άνθρωπος αλλά υποταγμένο ζώο και σφαχτάρι. Η όγδοη ανάγνωση ότι είμαστε ένας λαός που δικαιολογεί τη στενοκεφαλιά και τα ελαττώματα του πίσω από εθνικοπατριωτικές μεγαλοστομίες. Η ένατη λέει ότι ο βίαιος εκπολιτισμός (ή προσαρμογή) έχει ένα οριακό σημείο πέρα από το οποίο παύει να εκπολιτισμός και γίνεται απλώς βία. Και η δέκατη ανάγνωση αναρωτιέται αν κάποιος συγχωριανός έφτιαχνε τουαλέτα, τι ήταν; Πιο πολιτισμένος από τους άλλους χωριανούς ή ενδοτικός και προδότης; Κι όποιος συνέχισε να σκουπίζεται με πλατανόφυλλα στα ρυάκια, τι ήταν; Στενοκέφαλος ή αντιστασιακός;

Προφανώς υπάρχουν εκατό ακόμα αναγνώσεις. Μπορεί η μεγαλύτερη δυσκολία μας ως λαός να είναι η αδυναμία μας να συμφωνήσουμε σε έστω δύο από τις εκατό. Θα επανέλθω...

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Άντε και δεν πληρώνουμε

Της Ρέας Βιτάλη

«Άντε και πληρώνουμε και μια ακόμα έκτακτη εισφορά στα ακίνητα.». Με τρομάζει πλέον η άνεση με την οποία μιλάμε ο ένας για την τσέπη του άλλου. «Άντε και πληρώνουμε». Αναρωτιέμαι κάτι άλλο. «Άντε και δεν πληρώνουμε την έκτακτη εισφορά στα ακίνητα» όχι από επαναστατική διάθεση, όχι από μαγκιά και φιλοσοφία αλλά γιατί δεν έχουμε. Για ποιο ακριβώς αδίκημα θα τιμωρηθούμε; Γιατί οφείλουμε να έχουμε την ετοιμότητα της πουτάνας στις σφαλιάρες του νταβά για επιπλέον εισπράξεις; Γιατί πρέπει να είμαστε απίκο με το πορτοφόλι στο χέρι για έναν μηχανισμό που δεν ήταν ποτέ απίκο για μας; Γιατί το δικό τους «δεν έχουμε» σε συνέχεια του «λεφτά υπάρχουνε» πρέπει να γίνει σεβαστό και το δικό μας «δεν έχουμε» αμφισβητείτε; Στις πόσες έκτακτες εισφορές πτωχεύει ο άνθρωπος ατομικά; Και ποιος μηχανισμός στήριξης θα σώσει την οικογένειά του πέραν «εμού του ιδίου» που έλεγε και η έρμη Τζούλια;


Τιμωρούμαι αρκετά ως μαλάκας, πρέπει να τιμωρηθώ γιατί ήμουν και νοικοκύρης άνθρωπος; Και τόχα τόσο καμάρι ρε γαμώτο! Διαφύλαξα ότι κληρονόμησα σχεδόν με ιερή προσήλωση. Καμία σειρήνα εύκολου πλουτισμού δεν με καβάλησε. Πάντα μέτραγα τα βήματα μου και το μπόι μου. Τυπική σε όλες τις υποχρεώσεις μου, εφορίες, ΙΚΑ μίκα, σίκα, έκτακτες σφαλιάρες (προφανώς για εξοικείωση) και ότι άλλο σκαρφίζονταν τυχοδιώκτες, απολύτως άχρηστοι πολιτικοί. Μου πήρε χρόνια να φέρω στα ίσια το οικογενειακό μας ταμείο μετά την έκτακτη εισφορά του κ. Παπαθανασίου της ΝΔ. (Να θυμίσουμε και στον κ. Σαμαρά ποιοι εγκαινίασαν το σύστημα). Δούλευα έντιμα για να παραδίδω στα χέρια του εκάστοτε νταβατζή ποσοστά που αυτός με ευκολία τεράστια πέταγε σε σουρωτήρια. Συνέταιρος μόνιμος. Eγω να τα φέρνω αυτός να τα σκορπάει. Τον στήριζα σε όλα τα «δύσκολά» του.

Να χέσω τα δύσκολά του. Και για ότι έβλεπα. Δεν ήμουν στραβή. Γεμάτος ο τόπος λαμόγια και απατεώνες. Είχα μια φιλοσοφία αναπτύξει που με ησύχαζε. Το κλείσιμο του ισολογισμού της ζωής τον κάνουν τα παιδιά που ανατρέφει ο καθένας. Αυτό μόνο μ΄ ενδιέφερε. Κι είχα ένα καμάρι! Ωστόσο σαν ακροβάτης ζυγίζομαι εδώ και καιρό και προσπαθώ να προσαρμοστώ. Aκυβέρνητη. Προσπαθώ επίπονα να συνεχίσω να είμαι τυπική σε υποχρεώσεις. Και δε βγάζω κιχ από σεβασμό σε ανθρώπους που δεν τους παρέχεται χρόνος να προσαρμοστούν. Και έρχεται την πιο οριακή στιγμή, που ο καθένας δίνει τη δική του μάχη με τα κύματα και με χτυπάει στην αχίλλειο πτέρνα. Και πατητή κ. Παπανδρέου; Και τη μόνη σανίδα σωτηρίας που έχω κ. Βενιζέλο; Μέχρι που θα φτάσει η ξεδιαντροπιά σας ; Η εστία για τον έλληνα είναι ιερή. Το καταφύγιο, η άγκυρά του.

Μπορεί να ζήσει και να πεθάνει στο ίδιο σπίτι. Θα υπερπηδήσω την οικογενειακή διαπλοκή που ελλοχεύει πίσω από το συγκεκριμένο σύστημα κυρίως από σεβασμό στην πρωτογενή σκέψη «να μην έχεις κανέναν ανάγκη», «Ας έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου και όλα τα άλλα γίνονται». Σας θυμίζουν κάτι αυτές οι λέξεις; Έχετε νιώσει ποτέ την αγωνία να βγει η δόση του δανείου; Ή νομίζουμε ότι όλοι πήραν «δάνεια ξεψαρώματος» τύπου Τσοχατζόπουλου και Ρουσόπουλου; Και αν τα γραπώσουν απ΄όσους έχουν ακόμα κάτι να δώσουν (σιγά μην έχουν), την έρμη αγορά ποιος θα την κινήσει; Έχουν δει τα μάτια των καταστηματαρχών; Έχουνε δει τις ουρές στη ΔΕΗ από ανθρώπους που σπεύδουν μετά τη λήξη του λογαριασμού τους να διακανονίσουν φως; Έχουν κοιτάξει στα μάτια έναν άνεργο. Όχι το ποσοστό ανεργίας. Έχει μεγάλη διαφορά. Έχουν μετρήσει ενοικιάζεται; Tι θα βγει ακόμα και αν μετατραπούν σε πωλείται; Ποιος θα παίξει τον πελάτη; Τρεις εκδοχές-δυνατότητες έδωσαν στους δημόσιους υπαλλήλους για να παραστούν στην υπηρεσία τους ώστε να δουλέψουν μια ώρα παραπάνω. 7.30, 8.00,8.30. Πόσες εκδοχές-δυνατότητες δίνουν στον νοικοκύρη να παραστεί στη ζωή του; Υπάρχει κανείς μωρέ εδώ ή τζάμπα μιλάω;

Με τρελαίνει ο σνομπισμός, η άνεση, η μαγκιά, το θράσος, η ξεδιαντροπιά που ξεχειλίζει μέσα από την νέα έκτακτη εισφορά. Με τρομάζει η ευθεία βολή στην εστία του καθενός. Το φτύσιμο τελικά στον νοικοκύρη. Με πεθαίνει ότι δεν περνάει από το μυαλό των κυβερνόντων ότι μπορεί νάναι προϊόν δουλειάς και όχι λαμογιάς η όποια περιουσία. Και ακόμα πιο πολύ με τινάζει στον ύπνο μου ότι δεν φαντάζονται το «δεν πληρώνω γιατί δεν έχω». Σαν να παίζουμε στην φαλακρή Τραγουδίστρια του Ιονέσκο. Και σε έκτακτη εμφάνιση ο Ψωμιάδης να δηλώνει «Πολιτικός Κρατούμενος». Θεέ μου πώς θα συνεννοηθούμε; Σε τι γλώσσα μιλάνε;

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Πάλι εσύ μπροστά μου;

της Ρέας Βιτάλη 

Τον είχα ξεχάσει… Μάλλον τον είχα αφήσει πίσω μου. Νόμισα ότι τον προσπέρασα. Τον εγκατέλειψα κάπου να κάθεται λουφαγμένος…Ίσως και να είχε έρθει η ώρα να κάνει και την αυτοκριτική του, σκεφτόμουν. Τι κατάφερε το καθίκι με την επιπόλαιη, εγκληματική στάση του; Με το να κοιτάει μόνο την πάρτη του! Ήρθε η ώρα της αλήθειας φανταζόμουν… Λάθος μου μεγάλο. Τι μαλάκας είμαι; Πόσο φριχτά ανυποψίαστη; Δε θα ξεμπερδέψω ποτέ μ΄αυτό το τέρας. Το κατάλαβα μόλις είδα την τεράστια ταμπέλα… Δε χρωστάμε. Δε πληρώνουμε. Δε πουλάμε. Τελεία και παύλα.


Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα! Λείπει μόνο το «Δε γουστάρω». Όχι δε λείπει…Το αναγνωρίζω κι ας απουσιάζει ως λέξη. Κατσικώθηκε ως έννοια χρόνια σε τούτη τη χώρα. Το «έτσι γουστάρω» ως απόλυτη φιλοσοφία. Και πάνω που νόμιζα ότι την είδε αλλιώς… Τούτος ξεθάρρεψε κιόλας μες τις φωνές των πολλών. Ανδρώθηκε.

Τον είχα ξεχάσει…Νόμιζα ότι τον άφησα πίσω μου. Πάλι μπροστά μου τον βρήκα. Τον θυμάμαι να κάθεται στο καφενείο. Μα δεν άνοιξε ο κώλος του να κάθεται; Πολιτικές συζητήσεις της δεκάρας, αμπελοφιλοσοφία του κερατά, λίγο να τακτοποιήσει τ΄αρχίδια του, λίγο να κρυφοκοιτάξει τα βυζιά της ανατολικής, λίγο να πηδήξει… Μάλλον πολύ! Το σπέρμα που στούμπωσε ο εγκέφαλος κάπου έπρεπε να διοχετευτεί. Οι επιδοτήσεις νάναι καλά. Ξερή η γη. Χεστήκαμε! Πληρώνει η Ευρώπη.

Τον θυμάμαι να αγοράζει Kαγιέν. Τόσο Καγιέν ακόμα και στα λάχανα. Μα δεν έβγαιναν τα Καγιέν με τα δηλωμένα κουκιά εισοδήματά του. Χεστήκαμε! Να δηλώσουν πρώτα οι πλούσιοι.

Το θυμάμαι να μην εμφανίζεται στην υπηρεσία του. Έχεις πάρει άδεια; Όχι μωρέ έχω καλή σχέση με τον διευθυντή. Τον θυμάμαι να βγαίνει στη σύνταξη στα 40. Μα δεν είναι νωρίς; Όχι μωρέ. Δούλευα στην Ολυμπιακή. Τον θυμάμαι να χτίζει το σύμπαν. Να φράζει τη θέα των πολλών. Δεν είναι άδικο; Κάνε και συ το ίδιο. Ποιος στο απαγορεύει; Τον θυμάμαι στο αστυνομικό τμήμα ν΄απαντάει σε μια παρανομία, μετατοπίζοντας μονίμως την ευθύνη «αν δεν υπάρχει καταγγελία δε μπορώ να κάνω τίποτα»…

Τον θυμάμαι να ακυρώνει ακόμα μια φορά μια δίκη… Χρόνια και χρόνια και χρόνια για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Μα δεν ενοχλείται κανένας; Σώπα μωρέ κάποτε θα βγει απόφαση. Σιγά τ΄αβγά. Τον θυμάμαι να γραπώνει επίδομα για ασθένεια που δεν είχε. Να πληρώνεται για υπερωρίες που δεν έκανε. Να εργάζεται σε υπηρεσία που δεν προσέρχεται. Να φωνάζει «πεινάω» ενώ ρεύονταν. Τον θυμάμαι να μιλάει για το δίκιο του εργάτη όντας μπιλιονέρ. Το θυμάμαι να ταξιδεύει Μύκονο, να χτίζει Μύκονο, να μιλάει Μύκονο, να συνδιαλέγεται Μύκονο, να κοιμάται Μύκονο, να ξυπνάει Μύκονο.

Τον θυμάμαι να παραδίδει όλες τις δουλειές και τα επαγγέλματα στους ξένους, στους Αλβανούς. Εκείνος ήταν για αφεντικό. Τον ανάγκαζε η ιστορία του. Τον υποχρέωναν ρε αδελφέ οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Τον θυμάμαι να σνομπάρει τους ξένους τουρίστες και να τσεκουρώνει τους Έλληνες… «Σαν τον Έλληνα τουρίστα κανένας». Να ζει για να χτυπιέται σε τζακούζι. Τον θυμάμαι να δανειοδοτείται για επιχείρηση που δεν έκανε ή στην καλύτερη περίπτωση στοίχιζε το ένα τρίτο…Είχε άκρη με την Τράπεζα.

Τον θυμάμαι να κανονίζει φροντιστήρια για το παιδί του...Να το προτρέπει «κοίτα πώς τα κατάφερε ρε ο πατέρας σου!». Να το πιέζει για γνωριμίες «οι δημόσιες σχέσεις είναι το παν ρε μαλάκα». Να το κανακεύει, να κάνει τα στραβά μάτια στην αμορφωσιά, στην αχρηστία του. Να το στέλνει Λονδίνο να κάνει παρέα με ελληνάκια. Όπου πήγαινε «με ελληνάκια».

Τον θυμάμαι να ρουφάει κόκα για ν΄αντέξει την πίεση. Τον θυμάμαι να κλείνει δρόμους με συνθήματα τζούφια και επαναστατικές κινήσεις της δεκάρας. Μα θα κλείσουν μαγαζιά. Ποιος θα κατεβεί στο κέντρο να ψωνίσει; Χεστήκαμε. Δημοκρατία έχουμε. Να μην εμφανίζεται στο πανεπιστήμιο να διδάξει και να διδαχτεί. Να επιτρέπει τη βεβήλωση του χώρου. Ξανά Δημοκρατία έχουμε… Να διακινεί έντεχνα κάθε λογής παρανομία με εργαλείο τους μετανάστες. Ν΄ανοίγει διάπλατα πόρτες συνόρων. Δεν επιτρέπεται η ξενοφοβία.

Τον θυμάμαι να δρασκελάει κάθε αρχή. «Εδώ είναι Ελλάδα. Άμα γουστάρεις!». Τον θυμάμαι μασκαρεμένο παπά να εξευτελίζει τη θρησκεία μετατρέποντας το λειτούργημά του σε δημόσιο υπάλληλο και το παγκάρι σε οικογενειακό γεύμα. Τον θυμάμαι να μη κάνει τίποτα…Πόσοι άραγε πληρώθηκαν για να μη κάνουν τίποτα! Παγκόσμιο ρεκόρ! Τον θυμάμαι να μην αποδίδει ΦΠΑ και τις εισφορές στο ΙΚΑ των εργαζομένων…Να πληρώσει το κεφάλαιο που στέλνει τα λεφτά στην Ελβετία!

Τον θυμάμαι να σηκώνει ταμπέλες για λακκούβες σε δρόμους με προϋπολογισμό δισεκατομμυρίων…Δεν πρέπει λαός να πλήρωσε πιο ακριβά λακκούβες. Μέχρι που έπεσε μέσα κι αυτός. Η εκδίκηση της λακκούβας. Τον θυμάμαι να κάνει γαργάρα καίριες ερωτήσεις σε πολιτικούς...Εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα; Τον θυμάμαι, τον θυμάμαι, τον θυμάμαι…Να ψηφίζει λαμόγια. Διάσημα λαμόγια. Μα είναι δυνατόν; Αναρωτιόμουν. «Δε ξέρω τι λέει ο κόσμος…Εμένα μου βόλεψε το παιδί μου»…Τον θυμάμαι ως διαδρομή Τσοχατζόπουλου....Στάση Διονυσίου Αρεοπαγίτη.

Τον θυμάμαι να δείχνει ο ένας τον άλλον στο άκουσμα της λέξης «κλέφτης»… Θυμάμαι λέξεις του…Δεν ήταν δα και πολλές! «Ρε μαλάκα», «καμιά δουλίτσα και για μας;», «Super!», «Έχω μια άκρη», «Αυτό είναι χούντα»….

Νόμιζα ότι τον είχα προσπεράσει. Είδα κόσμο έξω και χάρηκα. Κοιταχτήκαμε στα μάτια και νόμιζα ότι συνεννοηθήκαμε. Έλεγα…Υπάρχει και Θεός! Ώσπου ξαφνικά, δυο βήματα πιο κει…Τον ξαναβρήκα μπροστά μου…Τον αναγνώρισα. Είναι ψυχικό μου τραύμα! Ο ίδιος! Φώναζε. Δε χρωστάμε…(Πάντα χρησιμοποιεί πληθυντικό για να κρύβεται)….Δε χρωστάμε. Δε πληρώνουμε. Δε πουλάμε….Κατάλαβα! Πάλι καλούνε την κλάση μας πατριώτη…Παρόν. Παρούσα. Έλλην έντιμος …Όχι απόλυτα νομοταγής…Χρέωσε μου ένα κόκκινο κι αυτό γιατί νόμιζα ότι δε λειτουργεί το φανάρι. Χρέωσε μου και έναν ακάλυπτο…(Ναι, ναι θα πληρώσω τώρα. Και με την παρανομία μου ακόμα θα καλύψω το κράτος)…Ας το ξαναπιάσουμε από την αρχή. Έλλην έντιμος, όχι απόλυτα νομοταγής ωστόσο επικίνδυνα αντιστασιακός στο «σύστημα»… Μιλάμε για αντίσταση…Έλλην επίμονα, επίπονα έντιμος, διαχρονικά μαλάκας.

Χρωστάω! Πληρώνω! Πουλάω! Κι να φανταστείς…Δε χρωστάω ρε γαμώτο…

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Η Ιαπωνία των αναμνήσεών μου

Της Ρέας Βιτάλη

Oι περισσότερες παιδικές φωτογραφίες μου έχουν και έναν Ιάπωνα στο φόντο. Λόγω της επαγγελματικής συνεργασίας του πατέρα μου και μετά τον θάνατό του, της μητέρας μου, με εταιρεία αυτοκινήτων από το 1961. Τους θυμάμαι με τις φωτογραφικές τους μηχανές. Να παίρνουν στάσεις για ασπρόμαυρες φωτογραφίες με background το Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, το Λευκό Πύργο στη Θεσσαλονίκη, τη θάλασσα στα Καμένα Βούρλα, το Σούνιο. Σε ταβέρνες με κρασί Δεμέστιχα επάνω στο τραπέζι και τη Δούκισσα με υπερμέγεθες μικρόφωνο στα μπουζούκια… Και εκείνοι σαν στρατιωτάκια, ακούνητα, αγέλαστα. Ούτε χαμόγελο, ούτε τίποτα. Ακόμα και τα χέρια σε στάση προσοχής. Έρχονται συχνά στο μυαλό. Περιέργως όχι σαν μονάδες… (Παρόλο που ονόματα όπως Άμπε, Σεκίνε, Ιμάι καταχωρούνται δίπλα σε θείους και θείες) αλλά σαν νοοτροπία, σαν παράδειγμα άλλοτε για μίμηση άλλοτε για αποφυγή, σαν τρόπος εργασίας, σαν εντιμότητα, σαν σχολείο. Ναι σαν σχολείο. Γι΄ αυτό και δεν υπάρχει χρονολογική σειρά καταχώρησης στη μνήμη. Υπάρχουν μνήμες. Πολύτιμες. Και έτσι ανάκατες θα τις καταγράψω σήμερα.


Οι μνήμες ξεκινάνε από τη δεκαετία του 60 και καταλήγουν τη δεκαετία του 80. Θυμάμαι μια χώρα σοκαριστικά οργανωμένη και καθαρή. Η καθαριότητα έπαιζε ανέκαθεν τεράστιο ρόλο για τους Ιάπωνες. Τους ταξιτζήδες με κατάλευκα γάντια και τα καθίσματα με κατάλευκα καλύμματα. Θυμάμαι την ακρίβεια των ιαπωνικών τρένων και την ταχύτητά τους. Ο τρόπος που μετράνε το χρόνο οι Ιάπωνες διαφέρει απόλυτα από τον τρόπο που τον μετράμε οι Έλληνες. Μου φαίνονταν τόσο παράξενο στην αρχή το «Θα σας περιμένουμε στο lobby σε 12 λεπτά για να σας συνοδεύσουμε στα γραφεία» μετά από ταξίδι άπειρων ωρών… Άκου δώδεκα λεπτά! Ποιος Έλληνας καταδέχτηκε ποτέ ν΄ασχοληθεί με το 12, το 13, το 14; Κι όμως…Έκτοτε με κατατρέχει η ακρίβεια!

Θυμάμαι επισκέψεις σε γραφεία και εργοστάσια. Η εμπειρία! Απεργίες με μαύρα περιβραχιόνια ενώ συνέχιζαν ωστόσο να εργάζονται… Αλλά και εργοδοσία που λάμβανε σοβαρότατα υπόψη τα περιβραχιόνια. Καθώς και κουτιά σε διάφορα σημεία των εργοστασίων για να ρίχνουν οι εργάτες αιτήματα. Περιέργως τα περισσότερα απ΄αυτά αφορούσαν ιδέες και μεθόδους που θα βοηθούσαν την αύξηση της παραγωγής. Θυμάμαι τον σεβασμό στην ιεραρχία. Τις υποκλίσεις. Την αναγγελία άφιξης του ανώτερου στο χώρο…Πω, πω τι γίνονταν μέχρι να μπει στο χώρο ο ανώτερος! Κατώτεροι υπάλληλοι σε πέρναγαν κανονικά από casting. Ακόμα και ενδυμασίας. Σωστά δεμένης γραβάτας για τους άνδρες. Πήγαινες με ένα σωρό εμπορικά ζητήματα να ζητούν επιτακτικά λύση, ως αγχωμένος και ανυπόμονος Έλλην κι ωστόσο σε έβαζαν στο δικό τους ρυθμό, τρόπο και φιλοσοφία. Ποτέ «ένας» δεν παίρνει την απόφαση. Ποτέ «ένας» δεν θα σου δώσει αμέσως απάντηση και ούτε κατά διάνοια προσωπική άποψη. Με σεβασμό στην ιεραρχία ακόμα και για την πιο ανώδυνη απόφαση εκμηδενίζουν την πιθανότητα λάθους.

Όλα είχαν ένα συγκεκριμένο στόχο. Πάντα «ο στόχος»! Με την άφιξή σου στη χώρα και στους χώρους εργασίας έπαιρνες μέρος σε μια τελετή που σκοπό είχε να εμπεδώσεις πόσο τυχερός είσαι που αντιπροσωπεύεις προϊόν αυτής της χώρας. Έφευγες μπολιασμένος με λυσσαλέα διάθεση να δουλέψεις για το καλό της Εταιρείας. Το ατομικό συμφέρον έρχονταν σε δεύτερη μάλλον τρίτη…Μη σου πω τέταρτη μοίρα. Θυμάμαι συνεργασία με μπέσα και καθόλου πισωγυρίσματα. Ο λόγος είναι νόμος!

Θυμάμαι τη θέση της γυναίκας. Υποταγμένη, αθόρυβη, σχεδόν αθέατη. Ακόμα και οι γυναίκες των μπαρ. Φωνή ετοιμόγεννης γατούλας, νιαουρίσματα, γέλια με μικρό στόμα και ματάκια σχιστά να επεξεργάζονται με δέος δασύτριχους Έλληνες…Χαρά σ΄όποιον είχε μούσι! Και τους άνδρες, τους Ιάπωνες να τρελαίνονται για καραόκε και να έχουν την εικόνα μαθητή στο πρώτο του πάρτι. Ντίρλα! Ωστόσο ήταν η μέγιστη απρέπεια ν΄αναφερθείς την επόμενη μέρα στην προηγούμενη νύχτα. Ούτε ένα απλό, αθώο «ωραία ήταν χθες»…Α πα πα! Η δουλειά είναι δουλειά. Οι μνήμες της νύχτας τελειώνουν τη νύχτα.

Θυμάμαι κήπους συγκλονιστικούς. Σημεία για περπάτημα αλλά και στοχασμό. Ανθισμένες κερασιές… Η ωραιότερη εποχή να επισκεφτεί κανείς την Ιαπωνία. Καταστήματα με αντίκες στο πανέμορφο Κιότο. Κιμονό θεϊκά! Και μη γελάτε… Θυμάμαι τουαλέτες. Το άγχος μου, όταν τους ταξιδεύαμε στη χώρα μας και την απόλυτη αμηχανία μου για την κατάσταση των δικών μας αποχωρητηρίων (ανά την επικράτεια) αλλά και το θαυμασμό μου για την κατάσταση των δικών τους. Ο πολιτισμός του WC ανέκαθεν καθρέπτιζε τον πολιτισμό μιας χώρας περισσότερο από τα μουσεία της.

Θυμάμαι ταξίδια άπειρων ωρών…Μέσω Αλάσκας! Ο εναέριος χώρος της Ρωσίας ήταν κλειστός…Χρόνια πριν! Θυμάμαι την απελπισία μου μπροστά σε πιάτα με γιαπωνέζικο φαγητό…Που να 'ξερα τι σούσι θα κατανάλωνα στο μέλλον! Θυμάμαι μια αισθητική φινέτσα σε όλα. Στους τρόπους, στους ήχους, στις κινήσεις, στην τέχνη. Λεπτεπίλεπτα όλα και ασύλληπτα διακριτικοί οι άνθρωποι. Θυμάμαι μια σημαία πάνω στο φέρετρο του πατέρα μου και έναν Ιάπωνα να κλαίει μόνος στο νεκροταφείο… Κι ας μην αναπτύξαμε ποτέ ιδιαίτερες προσωπικές σχέσεις. Οι αποστάσεις είναι επιβεβλημένες. Οι οικειότητες σχεδόν απαγορευτικές. Οι άνθρωποι εκπαιδεύονται να τιθασεύουν τα συναισθήματά τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι στερούνται συναισθημάτων. Τον θυμάμαι να κλαίει. Για φαντάσου! Η ζωή του επιχειρηματία κάποτε κούμπωνε με το προϊόν που αντιπροσώπευε.

Θυμάμαι τις αντιδράσεις των γονιών μου όταν έβλεπαν παλιό μοντέλο αυτοκινήτου. Σαν παλιό γνώριμο, το αντιμετώπιζαν… Μόνο που δεν φίλαγαν τη λαμαρίνα. Θυμάμαι…. Θυμάμαι…Θυμάμαι έναν υπουργό που αποφάσισε εν μια νυχτί να σταματήσει τις εισαγωγές από την Ιαπωνία και να αναγκάσει τους αντιπροσώπους να υποχρεώσουν αντίστοιχα τη χώρα εξαγωγής να εισάγει ελληνικά προϊόντα. Η συμφωνία «έκλεισε» για εξαγωγή ντομάτας. Οι ντομάτες μας ταξίδεψαν αλλά ήταν σάπιες… «Και τι έγινε!» αναρωτήθηκε ο υπουργός. Θυμάμαι… Θυμάμαι… Άτεχνες κινήσεις του ποδαριού σχεδόν μόνιμα εγκληματικές ελληνικών κυβερνήσεων…Νόμους που επέβαλαν να γίνουν εργοστάσια συναρμολόγησης καρότσας στην Ελλάδα και εργοστάσια που εγκαινιάζονταν σε εργοστασιακές περιοχές (αραχνιάζουν όλες πλέον!) αλλά μετά τα εγκαίνια και τις φωτογραφίες και τα πανηγύρια άλλαζαν τον νόμο ώστε να θεωρείται η επένδυση ασύμφορη…(Κάποτε χρωστάω να γράψω ένα βιβλίο για τον έλληνα επιχειρηματία)…

Ας τ' αφήσουμε όμως αυτά. Η Ιαπωνία πενθεί. Ένα τεράστιο κύμα κατασπάραξε κομμάτι της. Κι είναι τόσο ανατριχιαστική η εικόνα που μοιάζει ψεύτικη. Σχεδόν εικαστική. Καθώς λείπουν ανθρώπινες μορφές…Όσο πιο πολιτισμένη η χώρα, τόσο ο φακός δρασκελάει τα πρόσωπα των ανθρώπων… Τόσο ο φακός ζουμάρει σε άψυχα. Κακόμοιρε Ιαπωνικέ λαέ ακόμα και στο θάνατο στερείσαι την ατομικότητα σου. Η Ιαπωνία είμαι σίγουρη ότι παράλληλα με το πένθος της αρχίζει ήδη να οργανώνει την επόμενη μέρα…Κι αν νιώθω ευλογημένη για τις σχέσεις που ανέπτυξα με τη χώρα αυτή και μάλιστα εξ απαλών ονύχων είναι που στη ζωή μου έμαθα να συμπορεύεται ο Ζορμπάς, που τραβάει μια ζεϊμπεκιά στα συντρίμμια, με την νοοτροπία των Ιαπώνων που οργανώνουν αυτόματα την ανοικοδόμηση των «συντριμμιών»…Μακάρι αυτό το μάθημα να μετέδωσα και στα παιδιά μου…

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Ο Μ. Μπρεχτ είναι πάντα επίκαιρος


Μια φορά καθώς ο στοχαστής κύριος Κόυνερ έβγαζε λόγο σε μια κατάμεστη αίθουσα και καταφερόταν κατά της βίας πρόσεξε ξαφνικά πως ο κόσμος άρχισε να τραβιέται και να φεύγει.
Γύρισε τότε κι είδε να στέκει πίσω του η Βία αυτοπροσώπως. Τι τους έλεγες;» τον ρώτησε η Βία.
«Τους μιλούσα υπέρ της Βίας» απάντησε ο κύριος Κόυνερ.

Αφού έφυγε η Βία οι μαθητές του ρώτησαν τον κ. Κόυνερ γιατί υποχώρησε. Ο κύριος Κόυνερ απάντησε: «Για να μπορέσω να πάω παρακάτω. Εξάλλου πρέπει να ζήσω περισσότερο από τη Βία»

Και ο κύριος Κόυνερ τους διηγήθηκε μια ιστορία: Στο σπίτι του κυρίου Έγκε, που ήξερε να λέει όχι, μπήκε μια μέρα στα χρόνια της παρανομίας, ένας πράκτορας, και του έδειξε ένα χαρτί.
Το χαρτί στο όνομα εκείνων που κυβερνούσαν την πόλη όριζε πως, ο πράκτορας θα έχει στην δικαιοδοσία του κάθε σπίτι στο οποίο θα πατούσε το πόδι του, σε κάθε είδους τροφή που θα ζητούσε
και θα είχε υπηρέτη του όποιον έβρισκε μπροστά του. Ο πράκτορας πήρε καρέκλα, κάθισε, του ζήτησε φαί, πλύθηκε, ξάπλωσε, γύρισε με το πρόσωπο στον τοίχο και πριν κοιμηθεί ρώτησε: «θα γίνεις υπηρέτης μου;»

Ο κύριος Έγκε τον σκέπασε με μια κουβέρτα, έδιωξε τις μύγες, κι άγρυπνος του στάθηκε στο προσκέφαλο εφτά ολόκληρα χρόνια. Τον υπάκουγε όπως την πρώτη εκείνη μέρα κι έκανε για τον πράκτορα τα πάντα, εκτός από ένα: δεν του είπε ποτέ ούτε μια λέξη.

Κι ο πράκτορας πάχαινε απ’ το πολύ φαί, και που όλο κοιμόταν και μόνο διάταζε. Πάνω στα εφτά χρόνια πέθανε. Τον τύλιξε τότε ο κύριος Έγκε στα ξέφτια της κουβέρτας σέρνοντας τον έβγαλε από το σπίτι, έπλυνε το στρώμα, έβαψε τους τοίχους, αναστέναξε με ανακούφιση και απάντησε:

«Όχι».

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Ο ουρανός βρέχει αρκούδες


του Κώστα Γιαννακίδη
Forward. Το mail γίνεται μία αλυσίδα χωρίς αρχή και τέλος. Στη μέση είστε πάντα εσείς που το διαβάζετε. Δεν είναι ένα, είναι πολλά. Και όλα καταγγέλλουν κάτι. Διαβάζω για σαραντάχρονη υφυπουργό που θα πάρει, λέει, τη βουλευτική της σύνταξη από τώρα. Ασφαλώς και είναι ψευδές. Μπορεί οι δύο θητείες να θεμελιώνουν δικαίωμα βουλευτικής σύνταξης, πλην όμως η δικαιούχος θα την εισπράξει στα 65. Εκτός των άλλων, εγώ θα θύμωνα για την παρουσία της στη Βουλή και στην κυβέρνηση, όχι για τη συνταξιοδότησή της. Όμως χιλιάδες άνθρωποι μπορεί και να έριξαν μία βλοσυρή ματιά στην οθόνη, πριν προωθήσουν στους φίλους τους ένα μήνυμα με ψευδές περιεχόμενο.

Μετά έρχεται εκείνο για το περιβάλλον που εμφανίζεται περιοδικά εδώ και τρία χρόνια. Επικαλείται μία ανύπαρκτη απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την προστασία του περιβάλλοντος. Υποτίθεται ότι η απόφαση δεν υιοθετήθηκε μόνο από την Ελλάδα επειδή οι κυβερνήσεις και τα media ορέγονται το περιβάλλον της πατρίδας μας. Δεν αμφιβάλλω για τις προθέσεις τους, αλλά αυτή η απόφαση δεν έχει εκδοθεί ποτέ.

Εσχάτως κυκλοφορεί και ένα mail το οποίο ζητεί μάρτυρες για την εκδίκαση μήνυσης που κατατέθηκε εναντίον της κυβέρνησης και των βουλευτών που ψήφισαν το μνημόνιο. «Θέλει αρετή και τόλμη» σχολιάζει ο ανώνυμος αποστολέας για την πρωτοβουλία ενός γιατρού να μηνύσει τους πάντες, ενώ ο λειτουργός της Δικαιοσύνης διενεργεί ανάκριση. Βλακείες! Και δεν είναι μόνο το τερατώδες με τον Κίσιγνκερ που, υποτίθεται, δίνει οδηγίες για την καταστροφή του ελληνικού λαού. Είναι πολλά. Ηλίθια, ή αφελή ψεύδη που ανακυκλώνονται μέσα σε μία αλυσίδα χωρίς τέλος. Θυμώνουμε. Αυτό δεν είναι κακό. Αλλά συχνά θυμώνουμε για το λάθος λόγο. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι η χώρα βρίσκεται σε κρίση βάσει σιωνιστικού σχεδίου με κύριο στόχο την υφαρπαγή των πετρελαίων. Και, όπως ξέρουν οι πάντες, ο ελληνισμός διαθέτει τόσο πετρέλαιο, ώστε ο Μέσι θα πάρει υπηκοότητα και τη θέση του Καραγκούνη στην εθνική.

Θα μου πείτε ότι σε αυτόν τον τόπο τα πιο τερατώδη ψέματα εκφωνούνται με το μεγαλύτερο δυνατό κύρος. Eτε πρόκειται για ομιλία από το βήμα της Βουλής, είτε για δελτίο ειδήσεων, η αλήθεια έχει τσαλακωθεί σαν χαρτί που πετιέται στο καλάθι. Θα συμφωνήσω και θα σας πω ότι από το να υπάρχει ανάμεσα μας σιωπή, προτιμώ τη βουή και ας φέρνει και ψέματα. Όμως πια είναι σαν να προσπαθείς να τακτοποιήσεις μία ντουλάπα με ανακατεμένα ρούχα. Ψέματα, υπερβολές και ανούσιες υστερίες εμφανίζονται από παντού και γίνονται κρίκοι της αλυσίδας που περνάμε ο ένας στον άλλον. Πριν την κρίση έπαιρνες κουτσομπολιά για ανείπωτες gay σχέσεις και παράνομα ζευγάρια της show biz. Τώρα παίρνεις καταγγελίες για τα κοιτάσματα ουρανίου που η κυβέρνηση κρύβει από τον ελληνικό λαό. Και όλα εμφανίζονται απλοποιημένα, διχαστικά, άσπρα ή μαύρα, με καλούς ή κακούς, πατριώτες ή προδότες, κλέφτες και έντιμους. Είναι ωραίο που συζητάμε. Το πρόβλημα αρχίζει όταν δεν καταλαβαίνουμε τι ακριβώς λέμε, όταν ο ένας μεταδίδει στον άλλον τον ιό της ηλιθιότητας.

* Ο τίτλος προέρχεται από ένα τραγούδι που έγραψαν οι Τερμίτες και ερμήνευσε ο Γ. Νταλάρας. Αξίζει να ακούσετε με προσοχή τους στίχους του Νίκου Μαρματάκη.



Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη για την ιστορική μας κληρονομιά



Από τη σκοπιά, της δημιουργίας μιας καινούργιας σχέσης με την παράδοση, ο μόνος αληθινός κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας είναι η Δυτική Ευρώπη. Ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, από τον 11ο αιώνα και πέρα, και υπήρξε επαναστατικά δημιουργός και διατήρησε μια γνήσια σχέση με την παράδοση που είχε πίσω του, είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργημένη». Η παράδοση αυτή περιλαμβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη χριστιανική κληρονομιά και αργότερα την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά. Και σ’ αυτήν την περίπτωση, μιλώντας πολύ σύντομα, θα πάρω για παράδειγμα την καταπληκτική εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής που αρχίζει με μια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της βυζαντινής και από τον Giotto και μετά παρουσιάζει μια ακατάπαυστη δημιουργική ανανέωση που όμως είναι ταυτόχρονα μια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950. Το ίδιο ισχύει και για την μουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του γρηγοριανού άσματος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών μελωδών, ρυθμών και τρόπων. Η βαθειά σχέση μεγάλων μουσικών δημιουργών, όπως οι κλασσικοί Γερμανοί, ο Chpin, o Musorsgy, o Albeniz, μ’ αυτές τις ρίζες αλλά και η ικανότητά τους να μετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της παράδοσης που χρησιμοποιούν είναι προφανείς. Το πιό έντονο παράδειγμα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία η οποία, μέσα από τις συνεχείς τομές στην ιστορία της σκέψης που παρουσιάζει, εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά με την παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας του μεσαίωνα και της κλασσικής ελληνικής φιλοσοφίας.


Η περίπτωση της Δυτικής Ευρώπης παίρνει για μας όλο το τραγικό της βάρος, αν την αντιπαραθέσουμε μ’ αυτά που έγιναν ή δεν έγιναν στο ανατολικό μέρος της άλλοτε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Παρά το ότι το Βυζάντιο δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει την περίοδο καθαρής βαρβαρότητας που υπέστη η Δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 11ο αιώνα, ο πολιτισμός του μας δίνει στις μεγάλες του γραμμές μια στατική εικόνα απολιθωμένων μορφών. Η σχέση με την παράδοση εδώ είναι στείρα, μιμητική και επαναληπτική. Η ζωγραφική γίνεται μια εικονογραφία που πολύ γρήγορα φτάνει σε τυποποιημένες μορφές τις οποίες μετά απλώς επαναλαμβάνει μιμούμενη τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει και για την αρχιτεκτονική. Η τέχνη του λόγου μένει μια ισχνή και ανιαρή απομίμηση των αρχαίων προτύπων. Έξω από τη λαϊκή μουσική, που γι’ αυτή την περίοδο ελάχιστα ξέρουμε, η μουσική καθηλώνεται στο μονωδικό εκκλησιαστικό άσμα.

Δυο παραδείγματα μπορούν να συνοψίσουν τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πολιτισμική κατάσταση. Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν ό,τι περίπου σώζεται και σήμερα από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Απ’ αυτούς την παίρνουν και την μεταφράζουν οι Άραβες και αργότερα οι Δυτικοευρωπαίοι. Οι Άραβες, όχι μόνο σχολιάζουν τον Πλάτωνα και ιδίως τον Αριστοτέλη, αλλά μέσα απ’ αυτή την επαφή γεννούν τουλάχιστον δύο σημαντικούς φιλοσόφους, τον Αβικένα και τον Αβερρόη. Για τους Δυτικοευρωπαίους, η «ανακάλυψη» των αρχαίων ελληνικών κειμένων δημιουργεί έναν εκρηκτικό συγκλονισμό που βρίσκει το πρώτο του κορύφωμα στην Αναγέννηση, αλλά που οι δονήσεις του δεν σταματούν, περιοδικά διαπιστώνεται κάτι σαν επιστροφή στους Έλληνες. Τώρα τι κάνουν οι Βυζαντινοί; Απλώς αντιγράφουν τα αρχαία χειρόγραφα και τους σχολιαστές τους και κάπου κάπου προσθέτουν και κανένα σχόλιο.

Το άλλο παράδειγμα είναι ο Γκρέκο. Παινευόμαστε και ξιπαζόμαστε με τον Γκρέκο χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει η περίπτωσή του. Ο Γκρέκο είναι βέβαια βαθειά ριζωμένος στην χριστιανική παράδοση και ξεκινάει από βυζαντινούς τύπους. Αλλά το πέρασμά του από τη Βενετία και η εγκατάστασή του στην Ισπανία τον αλλάζουν ριζικά. Η ζωγραφική του σαφώς μαρτυράει την προέλευσή του πχ σε παραλλαγές χρωματικής ή στην περίφημη επιμήκυνση των προσώπων και των σωμάτων. Αλλά τα αριστουργήματα της ισπανικής εποχής «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ», «Οι απόψεις του Τολέδου», «Η κυρία με τη γούνα» είναι αδύνατα και αδιανόητα στο Βυζάντιο ή στη Κρήτη του 17ου αιώνα. Οι σημερινοί Βυζαντινοκάπηλοί μας δεν στέκονται μια στιγμή να αναρωτηθούν γιατί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έπρεπε να εγκατασταθεί στην Ισπανία και να γίνει El Greco; Το Βυζάντιο και η εποχή της Τουρκοκρατίας μας προσφέρουν το παράδειγμα ενός μεταελληνικού πολιτισμού που έχει κάποια γνώση της αρχαιότητας σε σχέση με αυτήν, αλλά που μένει καθηλωμένη σε μια μιμητική, εξωτερική και άγονη σχέση με την παράδοση.

Τέλος έρχομαι στο σύγχρονο ελληνικό δράμα. Τα κεντρικά στοιχεία του ελληνικού δράματος είναι, από τη μια μεριά, η τριπλή αναφορά που περιέχει για μας η παράδοση: Αναφορά στους αρχαίους Έλληνες, αναφορά στο Βυζάντιο, αναφορά στη λαϊκή ζωή και κουλτούρα, όπως αυτή δημιουργήθηκε στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και κάτω από την Τουρκοκρατία. Από την άλλη μεριά, η αντιφατική και, θα μπορούσε να πει κανείς, ψυχοπαθολογική σχέση μας με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, που περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός έχει μπει εδώ και δεκαετίες σε μια φάση έντονης κρίσης και υποβόσκουσας αποσύνθεσης. Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση και αναζήτηση. Ο βυζαντινός πολιτισμός είναι πολιτισμός θεοκρατικής ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού. Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων. Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμισυ σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου. Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσμο το γελοίο και θλιβερό θέαμα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που μιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η Δυτική Ευρώπη, στους δυο περασμένους αιώνες εγέννησε δεκάδες λαμπρούς ελληνιστές, μόνο τρία ονόματα έχουμε που μπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο με αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή –τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το μίσος των κηφήνων του εν Αθήνησι Πανεπιστημίου.

Περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να μάθουμε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουμε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες μελέτες. Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης και τη μεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδείας, με εμφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο τεράστιος μουσικός πλούτος της λαϊκής μουσικής σε μελωδίες, ρυθμούς, κλίμακες και όργανα έμεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έμεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.

Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο μεγάλα παρελθόντα, με τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, του συνδυασμού ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας. Έτσι παίρνουμε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγμένα, κλπ, κλπ, και τους βρίζουμε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισμό τους. Πράγματα που η Δύση βέβαια δεν περίμενε τους νεοφώτιστους ελληνορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια και που δεν απαλείφονται με μια ετήσια εκδρομή στο Άγιο Όρος.

Φαντάζομαι ότι δεν περιμένετε από μένα να δώσω συνταγές για το πώς θα μπορούσαμε να υπερβούμε αυτή τη δραματική βουβαμάρα που πολιτισμικά μας χαρακτηρίζει σήμερα. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: Αυτό που από την ελληνική ιστορία διαδόθηκε, γονιμοποίησε τον κόσμο και παραμένει σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης είναι η αρχαία ελληνική δημιουργία και η ανάδυση μέσα από αυτήν των ιδεών της αυτονομίας και της ελευθερίας. Αν η Δυτική Ευρώπη μπόρεσε, με τη σειρά της, να μεγαλουργήσει κι αυτή επί δέκα σχεδόν αιώνες, είναι και διότι μπόρεσε να συγκροτήσει μέσα από τις δυο Αναγεννήσεις, την κλασσική εποχή, το Διαφωτισμό και τις μετέπειτα εξελίξεις, μια σχέση δημιουργικού διαλόγου κι όχι μιμητικής επανάληψης με τα αρχαία ελληνικά σπέρματα. Για μας σήμερα, αν είμαστε ικανοί να τον συγκροτήσουμε, ένας τέτοιος διάλογος που προϋποθέτει και τη βαθειά γνώση και το σεβασμό της λαϊκής μας παράδοσης δεν μπορεί παρά να είναι διπλός: και με τους αρχαίους και με την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της Δυτικής Ευρώπης. Όπως το ανέφερα ήδη, και αυτός ο δυτικός πολιτισμός περνάει σήμερα μια βαθειά κρίση που δεν ξέρουμε αν και πότε θα μπορέσουν οι δυτικοί λαοί να την ξεπεράσουν. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, στο ίδιο καράβι είμαστε μπαρκαρισμένοι κι εμείς και δεν εννοώ τις οικονομικές και διπλωματικές διασυνδέσεις. Αν μπορέσουμε να αφομοιώσουμε δημιουργικά τον απέραντο πολιτισμικό πλούτο που δημιούργησε η Δύση –και που περιέχει έστω και ανεπαρκώς την αρχαία ελληνική αναφορά- θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε μια πραγματικά δική μας γλώσσα και να παίξουμε την παρτίδα μας σε μια νέα πολιτιστική συμφωνία. Αλλιώς θα εξακολουθήσουμε να βράζουμε στο ζουμί μας και να καλλιεργούμε την περιθωριακή μας ασημαντότητα.

Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Το κίνημα του τζάμπα και ο επιχειρηματίας με το πούρο


Tου Στεφανου Κασιματη

Eίναι μια παρέα ηλικιωμένων ανθρώπων που πλησιάζουν τα ογδόντα. Ολοι τους πρώην αριστεροί, αηδιασμένοι σήμερα με την αυτοκαταστροφική εξαλλότητα της Αριστεράς, γνωρίστηκαν στις εξορίες και ώς σήμερα διατηρούν τη φιλία τους. Στην τελευταία συνάντησή τους, ένας από την παρέα αφηγήθηκε την περιπέτεια που είχε λίγο πριν στο λεωφορείο, καθώς ερχόταν στην τακτική εβδομαδιαία συνάντηση των παλιών φίλων. Ενας νεαρός, με χαρακτηριστική όψη φοιτητή, τον είδε να ακυρώνει το εισιτήριό του και τον επέκρινε δημοσίως. Πώς είναι δυνατόν, όταν η κυβέρνηση κόβει τις συντάξεις, αυτός να πληρώνει εισιτήριο; «Γιατί αν δεν πληρώνω συγκοινωνίες, δεν θα έχω συγκοινωνίες», του απάντησε κοφτά ο ηλικιωμένος και έστειλε τον αναιδή πιτσιρικά (φραστικά, ευτυχώς) εκεί όπου έπρεπε.

Το κίνημα του τζάμπα στις συγκοινωνίες, που υποδαυλίζεται φανερά από το ΚΚΕ, τον ΣΥΡΙΖΑ και τα Εξάρχεια, δεν μας προέκυψε από το πουθενά. Είναι η άλλη πλευρά του νοσηρού φαινομένου της ιδιοποίησης του νόμου και της ατιμωρησίας, που εδώ και χρόνια το ανεχόμαστε, κυρίως από τις τάξεις των ισχυρών της κοινωνίας. Η διαφορά είναι ότι, τώρα, εξαιτίας της εγκληματικής ανοησίας της Αριστεράς, το βλέπουμε πια να εκδηλώνεται και ως κίνημα των ανίσχυρων στις συγκοινωνίες. Στην πραγματικότητα, είναι η άλλη όψη της παθογένειας που περιγράφεται γλαφυρά σε ένα άλλο πρόσφατο περιστατικό, με πρωταγωνιστή γνωστό επιχειρηματία, που έχει προ πολλού ξεπεράσει τα όρια της γραφικότητας. Πρωί πρωί, ένας τραπεζικός υπάλληλος περιμένει στο φανάρι, όταν βλέπει από τον καθρέφτη να πλησιάζει το αυτοκίνητό του από πίσω ένα θηριώδες τζιπ με κατάμαυρα τζάμια. Το τζιπ μειώνει ταχύτητα, ωστόσο συνεχίζει να πλησιάζει επικίνδυνα το αυτοκίνητο του τραπεζικού, ώσπου χτυπάει επάνω του. Ο τραπεζικός τα χάνει. Πιστεύει ότι ο οδηγός του τζιπ πρέπει οπωσδήποτε κάτι να έπαθε και έχασε τις αισθήσεις του. Βγαίνει από το αυτοκίνητο του ταραγμένος και πλησιάζει το τζιπ, φανταζόμενος τα χειρότερα: ότι, π.χ., θα αντικρίσει έναν άνθρωπο στον επιθανάτιο ρόγχο του πεσμένο επάνω στο τιμόνι. Ομως το τζάμι στην πόρτα του οδηγού ανοίγει και βλέπει έναν πασίγνωστο επιχειρηματία της νύχτας, με ένα πούρο σφηνωμένο στο στόμα, τον οποίον όλη η Ελλάδα είδε να καταδικάζεται και την επομένη να αποφυλακίζεται με ανήκεστο βλάβη. «Δεν με είδατε μάλλον;», του λέει φοβισμένος, για να αποφύγει μια αναμέτρηση από την οποία είναι αδύνατο να βγει κερδισμένος. «Πως, σε είδα», του απαντά μες απ’ την μακαριότητά του ο επιχειρηματίας, «αλλά σε έγραψα στα...» -καταλαβαίνετε. Εφυγε έντρομος, χωρίς άλλη κουβέντα...

Είναι λυπηρό ότι η κυβέρνηση δεν δείχνει να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει σοβαρά το νοσηρό φαινόμενο της ιδιοποίησης του νόμου. Από την μια, παραδέχεται την απελπισία της, όταν στελέχη της κολακεύουν το λαϊκό αίσθημα, επαναλαμβάνοντας ότι «κάποιος πρέπει να πάει φυλακή». Από την άλλη, όμως, μεθοδεύει οφθαλμοφανείς συναλλαγές, όπως στην υπόθεση του πορίσματος για τη Siemens, το οποίο μόνον ως εμπαιγμός μπορεί να εκληφθεί. Για να το πω με τους όρους του σημερινού προβλήματος στις συγκοινωνίες, η κυβέρνηση δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα ελέγξει τους αδύναμους που αρνούνται (βλακωδώς) να πληρώσουν εισιτήριο, όταν δεν τολμά να τα βάλει με τους συνδικαλιστές του ΟΑΣΑ που γράφουν τις αποφάσεις των δικαστηρίων εκεί όπου γράφει τον φουκαρά τραπεζικό ο νονός με το πούρο...



Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Κακόμοιρο Δίστομο, κακόμοιρη Κάντανος...

του Δημήτρη Καμπουράκη

Ο συγχωρεμένος ο Θεοχάρης, μακρινός μου μπάρμπας και συγχωριανός, είχε πολεμήσει στην Αλβανία. Αυτός μαζί με τέσσερα ακόμα αδέρφια του. Γύρισαν όλοι ζωντανοί από το μέτωπο, ο ένας μ’ ένα ποδάρι λιγότερο. Την κατοχή ο Θεοχάρης ήταν στον ΕΛΑΣ, αλλά όταν ξέσπασε ο εμφύλιος αρνήθηκε να καταταχτεί στον Δημοκρατικό Στρατό. Δεν ήταν αριστερός. Κλασικός Κρητικός κεντρώος Βενιζελικός. Ο μεγάλος του αδερφός τη γλύτωσε στην Αλβανία, εκτελέστηκε όμως από τους Γερμανούς στην Κάντανο. Ο Θεοχάρης ήταν αναλφάβητος. Θυμάμαι τη γυναίκα του την κυρά-Βασιλική, νοσοκόμα στα νιάτα της και αρκετά νεώτερη απ’ τον άντρα της, να του διαβάζει με τις ώρες τους υπότιτλους των ξένων έργων στην ασπρόμαυρη τηλεόραση του σπιτιού τους.

Το 1986, έγινε μια μεγάλη εκδήλωση στα Χανιά για να τιμηθούν οι ήρωες της Εθνικής Αντίστασης. Ο Θεοχάρης έλαβε μια ονομαστική πρόσκληση από τη Νομαρχία. Πήρε την κυρά- Βασιλική και κούτσα-κούτσα πήγαν ως το κλειστό γυμναστήριο. Μόλις είδε ο ανθρωπάκος τις εξέδρες γεμάτες κόσμο, πάνω στο τραπέζι των επισήμων τεράστιες ντάνες από τυπωμένα διπλώματα τιμής κι από κάτω ένα τσουβάλι γεμάτο μετάλλια που θα έδιναν στους ήρωες, πήρε τη γυναίκα του και φύγανε, χωρίς να παραλάβει τα δικά του. Η Βασιλική μουρμούραγε σ’ όλη την επιστροφή, αλλά αυτός εξοργισμένος τής είπε ότι σ’ εκείνο το γήπεδο δεν υπήρχαν αντιστασιακοί. «Οι μισοί εκεί μέσα ήταν χέστες κι οι άλλοι μισοί Σουμπερτικοί» έλεγε. (Σουμπερτικοί ήταν οι Γερμανοτσολιάδες της Κρήτης, που είχαν επικεφαλής τον εγκληματία πολέμου Γερμανό επιλοχία Φριτς Σούμπερτ).

Από τότε μέχρι και τη μέρα που πέθανε, ο Θεοχάρης θεωρούσε μεγαλύτερη τιμή που αρνήθηκε να πάρει μέρος σ’ αυτή την κοροϊδία, παρά την ίδια τη συμμετοχή του στην Αντίσταση. Τον έβαζα τακτικά να μου λέει ιστορίες από την Αλβανία και την Κατοχή, (αν γράψω εδώ τι μου είχε διηγηθεί για τη μοίρα κάποιων Ιταλών αιχμαλώτων ή για το πλιάτσικο που έγινε από τους Χανιώτες στα σπίτια των Εβραίων μόλις τους μάζεψαν οι Γερμανοί, θα με παίρνανε με τις πέτρες οι «πατριώτες») και πάντα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα: «Αν ένας στους δέκα απ’ αυτούς που μαζευτήκανε στο γήπεδο έκανε αντίσταση, οι Γερμανοί θα εί χανε φύγει από την πρώτη μέρα. Εγώ δεν πολέμησα στην Αλβανία ούτε βγήκα στο βουνό, για να μου δώσουνε μετάλλια και διπλώματα.»

Παρά τον σεβασμό που του ‘χα, η αλτρουιστική ιστορία του είχε μια σοβαρή ρωγμή. Τόλμησα μια μέρα να τού την εκστόμισω κατάμουτρα: «Μετάλλιο δεν πήρες μπάρμπα, τη σύνταξη του αντιστασικού όμως την πήρες μια χαρά.» Αυτός κοκκίνησε αλλά δεν απάντησε, η κυρά-Βασιλική όμως δαγκώθηκε και μου ‘κανε κρυφά νόημα να σωπάσω. Κάποια στιγμή που με πέτυχε μόνο μου, η γριά μού εξήγησε ότι η αντιστασιακή σύνταξη είχε γίνει αφορμή για μεγάλους καυγάδες στο σπίτι και καλύτερα να μην τη σκαλίζω γιατί ο Θεοχάρης στενοχωριόταν. «Ο άντρας μου είχε σύνταξη από το ΤΕΒΕ και δεν ήθελε να κάνει χαρτιά και για την αντιστασιακή» είπε η γριά. «Όμως ο Αντώνης τον πίεσε και τελικά τον έβαλε με το ζόρι να καταθέσει τα δικαιολογητικά. Ο Αντώνης έλεγε πως τη σύνταξη την είχε πάρει «ο πασαείς» χωρίς να ‘χει ρίξει τουφεκιά και δεν θα την παίρναμε εμείς που είχαμε πραγματικά πολεμήσει;» είπε η κυρά-Βασιλική.

Ο Αντώνης ήταν ο γιός τους. Ψιλοτεμπελχανάς, παραγοντίσκος του τοπικού ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ‘80, μιλούσε πάντα με περηφάνεια για τα κατορθώματα του πατέρα του, πίνοντας τις μπύρες του στο καφενείο. Όπως μου εξήγησε απολογητικά η κυρά-Βασιλική, ο Θεοχάρης είχε αρνηθεί να καταναλώσει έστω και μια δραχμή από την αντιστασική σύνταξη και την κατέθετε ανελειπώς στην τράπεζα στο όνομα της μικρής του εγγονής, κόρης του Αντώνη. Με τα λόγια της κυρα-Βασιλικής (που κατανοούσε τον σύζυγο αλλά έδινε δίκιο στον γιο) μπήκαν όλα τα στοιχεία της ψηφίδας στη θέση τους.

Τελικά, όλοι έκαναν αυτό που έπρεπε και είχαν μάθει. Όσοι πολέμησαν τους κατακτητές κράτησαν την περηφάνεια τους. Όσοι δεν πολέμησαν, επιβίωσαν. Και τις «αποζημιώσεις» από τον αγώνα ή τις κακουχίες εκείνης της γενιάς, τις εισέπραξε και τις έφαγε εν’ πολλοίς η δική μας γενιά. Κακόμοιρο Δίστομο, κακόμοιρη Κάντανος... Κι επειδή κάποιοι θα πουν ότι μ’ αυτά υποστηρίζω να μη δώσει τις αποζημιώσεις η Γερμανία, απαντώ ότι λένε βλακείες. Να τις δώσει και πολύ καλά έκανε η κυβέρνηση που υποστήριξε επίσημα την προσφυγή για το Δίστομο. Απλώς μ’ ενοχλεί θανάσιμα η κυριαρχούσα άποψη, ότι αν σήμερα εισπράτταμε ως χώρα την αποζημίωση των αγώνων των παπούδων μας, θα λύναμε το πρόβλημα μας. Διότι η λογική αυτή παραποιεί φρικτά κάθε νόημα πατριωτισμού. Πατριωτισμός σήμερα κατάντησε να είναι, όχι να κάνουμε κάτι εμείς, αλλά να εισπράξουμε σε χρήμα αυτά που έκαναν οι παλιότεροι.

Κι αν ο μπάρμπας μου ο Θεοχάρης ρε κι ο κάθε μπάρμπας σας (αντί να πάρει το ντουφέκι και να βγει στο βουνό) καθόταν στον καναπέ του κι έλεγε ότι πατριωτισμός στην εποχή του ήταν να ζητήσει τις αποζημιώσεις από τη Γερμανία για την καταστροφή της Ελλάδας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τι θα ζητούσαν οι σημερινοί «πατριώτες»; Να συμφωνήσουμε κάτι; Να διεκδικήσουμε τις πολεμικές αποζημιώσεις από τη Μέρκελ, αλλά να δεσμευτούμε αν είμαστε μάγκες και πατριώτες πως ούτε ένα ευρώ απ’ αυτές δεν θα πάει στην κατανάλωση. Ούτε σε μισθούς, ούτε σε επιδόματα, ούτε σε συντάξεις. Να μείνει ως λογαριασμός αντιμετώπισης έκτακτης εθνικής ανάγκης στο μέλλον και να απαιτεί ομοφωνία της Βουλής για την αξιοποίηση του. Τη σημερινή μας κατάντια να την αντιμετωπίσουμε με τον δικό μας αγώνα, αφού αυτοί που ψηφίσαμε τα κάνανε έτσι. Αγώνας με όποιο τρόπο νομίζει ο καθένας μας. Κρεμώντας τον Παπανδρέου, γιαουρτώνοντας τον Σαμαρά, δουλεύοντας περισσότερο, καίγοντας το σύμπαν ή αποδεχόμενοι το ΔΝΤ και τις επιταγές του. Αλλά τη θεωρία ότι θα είμαι πατριώτης αν διεκδικήσω να αναπληρώσω το δώρο που έχασα, εξαργυρώνοντας τον αγώνα του Θεοχάρη το 1943 (που δεν έχασε τον 14ο μισθό αλλά ρίσκαρε την οικογένεια και τη ζωή του), να με συμπαθάτε... δεν την αποδέχομαι.

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Έγραψε ο Καβάφης για τους λαθρομετανάστες;


Πολυγραμμένο το λαθρομεταναστευτικό, δεν θα επανερχόμουν αν δεν διάβαζα το ποστ του «ανταποκριτή» του protagon στον Άγιο Παντελεήμονα (Τρίτη 11/1), στον οποίο μπαγκλαντέζος καταστηματάρχης δήλωσε: Εμείς πώς φτιάξαμε τα μαγαζιά μας; Έλληνες μας βοήθησαν! Ο κανονικός κόσμος, οι Έλληνες, δεν είναι ρατσιστές, είναι και πελάτες μας. Έπειτα ήρθαν οι αντιρατσιστικές οργανώσεις. Με όσα έκαναν, και με το τρόπο που χειρίστηκαν τις καταστάσεις αυτές οι οργανώσεις, ο κανονικός κόσμος σταμάτησε να μας αγαπά».

Οι οργανώσεις αυτές και η περιρρέουσα προοδευτικουριά (συγνώμη για τον βαρβαρισμό) σε ένα κρεσέντο «προοδευτικότητας» έδωσαν τα ρέστα τους με αφορμή την ανακοίνωση του Παπουτσή για φράχτη στον Έβρο, για ένα συρματόπλεγμα δηλαδή που κάθε σοβαρή χώρα δικαιούται και υποχρεούται να έχει στα σύνορά της, όταν αυτά έχουν καταστεί διάτρητα (τι να γίνει, δεν καταργήσαμε ακόμη τα σύνορα αφού η παγκόσμια επανάσταση και η εξ αυτής συναδέλφωση αργεί… λιγουλάκι).

Σε ένα κρεσέντο παραπληροφόρησης εξομοίωσαν το τείχος του Ισραήλ που χωρίζει ένα λαό στη γη του, το τείχος του Βερολίνου που χώρισε ένα έθνος και μια πόλη στα δύο, με τη νόμιμη φύλαξη των συνόρων μας. Κονταροχτυπώντας την πραγματικότητα, έβγαλαν άχρηστο το τείχος των ισπανών, παρότι μετανάστες από το Μαρόκο και την Αλγερία που μπήκαν από τον Έβρο, ερωτηθέντες πως και μας …καταδέχτηκαν, απάντησαν ότι πλέον λόγω του τείχους δεν μπορούν να εισέλθουν στην Ισπανία, και γι’ αυτό έκαναν βόλτα όλη την ανατολική μεσόγειο μέχρι να φτάσουν στον Έβρο.

Άχρηστο έβγαλαν και το τείχος της Αμερικής διερωτούμενοι γιατί πιστεύει η κυβέρνησή μας ότι θα πετύχει εκεί όπου αποτυγχάνει κοτζάμ Αμερική, με τα υψηλής τεχνολογίας υπερτείχη, πολλών εκατοντάδων χιλιομέτρων, στο Τέξας και την Αριζόνα; Ψεύδονται βέβαια καθώς οι ροές από την Νότια Αμερική δεν μηδενίστηκαν μεν, αλλά μειώθηκαν αξιοσημείωτα.

Άλλος, ούλτρα «προοδευτικός», γράφει: «Πολύ φοβόμαστε ότι η παράνομη μετανάστευση είναι απλώς το πρόσχημα και ότι μοναδικός στόχος της κυβέρνησης Παπανδρέου είναι η μετατόπιση της προσοχής της κοινής γνώμης από τη χρεοκοπία της οικονομικής πολιτικής της στην αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων» ( το διαβάζεις και αρχίζεις πλέον τα σκληρά).

Άλλος γράφει «Το τείχος του Έβρου έρχεται να κάνει ακόμα πιο βίαιο το καθεστώς εξαίρεσης που έχει επιβληθεί στα σύνορα. Ένα καθεστώς που δεν ακυρώνει μόνο τα δικαιώματα μεταναστών και προσφύγων, αλλά αναιρεί την ίδια την ιδιότητά τους ως ανθρώπων» (τα σκληρά δεν σου φτάνουν κι αρχίζεις τις ενέσεις)

Τρίτος, πασπαλισμένος με επίχρισμα αντιεξουσιαστικότητας, γράφει: «Το να υπερασπιστούμε λοιπόν αυτούς τους ανθρώπους … αποτελεί, ταυτόχρονα, έκφραση της άρνησής μας να γίνουμε συνένοχοι στη διαρκώς διογκούμενη κρατική βαρβαρότητα» (μόνο το να πέσεις σε λήθαργο σε σώζει).

Υπάρχουν βέβαια και οι ευαίσθητες ψυχές που εκφράζονται επικολυρικά , απαγγέλλοντας Καβάφη «μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη, ανεπαισθήτως με έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»
Ποιοι είναι αυτοί; Μα φυσικά οι «προοδευτικοί». Αυτοί που πριν 13 μήνες κατηγορούσαν τον Παπανδρέου γιατί ήταν αρκετά «διστακτικός» στις διατάξεις του νόμου για τις ελληνοποιήσεις αφού «έπρεπε να ελληνοποιείται αυτόματα κάθε εισερχόμενος και να του δίνει διαβατήριο να ταξιδεύει ανα τας Ευρώπας. (μπάτε σκύλοι αλέστε, δηλαδή).

Οι ίδιοι «προοδευτικοί» τάσσονται υπέρ του καρακιτσαριού των προπυλαίων, την ίδια στιγμή που έχουμε επιδημία κλεισίματος καταστημάτων ελλήνων εμπόρων, λόγω του μνημονίου αλλά και λόγω του ασύδοτου και αφορολόγητου μικρεμπορίου των λαθρομεταναστών (10δις χάνει το ελληνικό κράτος καθώς διαρρέουν από την Ελλάδα προς Ασία, Αφρική και Ανατολική Ευρώπη κάθε χρόνο, στραγγίζοντας την ελληνική οικονομία).

Οι ίδιοι θα αντιδρούσαν ακόμη και αν το κράτος ναύλωσε αεροσκάφη για να στείλει πίσω τους λαθρομετανάστες, όπως έκαναν και στο παρελθόν.

Δεν είναι επειδή αγαπάν τους μετανάστες. Δεν τους είδα να πάρουν και κανένα στο σπίτι τους να τον ταΐσουν όταν έμαθαν ότι οι δυστυχισμένοι αιχμαλωτίζουν σκυλιά και τα μαγειρεύουν για να χορτάσουν την πείνα τους. Απλώς βρήκαν μια ακόμη ευκαιρία να ικανοποιήσουν την αυταρέσκειά τους, να ρετουσάρουν φαντασιακά την επιγραφή «προοδευτικός» που έχουν κοτσάρει στην εικόνα τους, και βέβαια να καταγγείλουν για αναισθησία το - χρεωκοπημένο ήδη, άρα ανήμπορο για οτιδήποτε - κράτος. Το χρεωκοπημένο κράτος των 10 εκατομμυρίων από το οποίο απαιτούν να πάρει στις πλάτες του τις τύχες του τρίτου κόσμου.